Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Το Λογοτεχνία και Σκέψη διαβάζει; Πετρούπολη του Αντρέι Μπέλυ & Αποστείρωση του Αντουάν Σαινάς



με αυτά τα βιβλία θα βγάλουμε τα Χριστούγεννα...

~

Πετρούπολη, Αντρέι Μπέλυ
μετάφραση: Σταυρούλα Αργυροπούλου
Κίχλη, 2017


Στον πυρήνα του τολμηρότερου ρωσικού μυθιστορήματος του 20ού αιώνα, που μεταφράζεται πρώτη φορά στα ελληνικά, από την πλήρη εκδοχή του 1913-1914, βρίσκεται το θέμα της πατροκτονίας. Τον θυελλώδη Οκτώβριο του 1905 μια βόμβα πρόκειται να εκραγεί στο γραφείο του γερουσιαστή Αμπλεούχοφ. Το σχέδιο έχει δεσμευτεί να φέρει εις πέρας ο γιος του, που βρίσκεται στην αντίπερα ιδεολογική όχθη.

Η "Πετρούπολη" αποτελεί ξεχωριστό δείγμα του ρωσικού μοντερνισμού. Στον πολυφωνικό ιστό της συνυφαίνονται πολλά και διαφορετικά στοιχεία. Οι επαναλήψεις μοτίβων και φράσεων, οι υποβλητικές, έντονα εικαστικές περιγραφές της πόλης, καθώς και η ιδιάζουσα μουσική οργάνωση του κειμένου συνιστούν τυπικά χαρακτηριστικά της ποιητικής του συμβολισμού. Τη ρευστή, φασματική ατμόσφαιρα επιτείνουν τα διανοητικά παιχνίδια των ηρώων, καθώς οι εφιάλτες τους ζωντανεύουν και στοιχειώνουν την πόλη, που, τυλιγμένη στην καταχνιά, μοιάζει να παγιδεύει ήρωες και αφηγητή.
Συγχρόνως, η οξεία ειρωνική ματιά του συγγραφέα απέναντι στις ιδεολογικές τάσεις και τα σημαντικά πολιτικά γεγονότα του καιρού του, μη εξαιρουμένης της επανάστασης του 1905, η παρωδία θεμάτων και τεχνικών του παραδοσιακού μυθιστορήματος, καθώς και ο μετεωρισμός ανάμεσα στο δραματικό και το κωμικό στοιχείο μπολιάζουν το μυθιστόρημα με ένα ανατρεπτικό πνεύμα, χαρακτηριστικό που η Πετρούπολη μοιράζεται με άλλα έργα του ευρωπαϊκού μοντερνισμού των αρχών του 20ού αιώνα.
Η έκδοση συνοδεύεται από εκτενείς σημειώσεις της μεταφράστριας και από Επίμετρο που περιλαμβάνει: 
(α) Πρωτότυπο κείμενο της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου, αναπληρώτριας καθηγήτριας ρωσικής γλώσσας και φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, το οποίο εστιάζει στην εκδοτική ιστορία της "Πετρούπολης", στο ιδεολογικό στίγμα του έργου, στους τρόπους και τις τεχνικές ανανέωσης της μυθιστορηματικής γραφής, στις υφολογικές ιδιαιτερότητες του κειμένου, στη διακειμενική υφή του κ.ά.
(β) Επιστολή του Αντρέι Μπέλυ προς τον Στάλιν.
(γ) Κείμενο του Γιεβγκένι Ζαμιάτιν στο οποίο σκιαγραφείται το πορτρέτο του Μπέλυ ως πνευματικού ανθρώπου.
(δ) Χρονολόγιο.


~
Αποστείρωση, Αντουάν Σαινάς
μετάφραση: Αργυρώ Μακάρωφ
Άγρα, 2017


Βραβείο Grand Prix de Littérature Policière - Roman français [2014]
Καθώς οδηγεί στην εθνική οδό με τη σύζυγό του Σοφία, ο Πατρίκ Μαρτέν καταδιώκεται από δύο νέους Βορειοαφρικανούς με Μερσεντές, με τους οποίους διαπληκτίστηκαν σε ένα χώρο ανάπαυσης λίγα λεπτά νωρίτερα. Ένας ξερός κρότος. Το λάστιχο σκάει και το αυτοκίνητο εκτρέπεται. Η Σοφία χάνει τη ζωή της, ενώ ο Πατρίκ βγαίνει αναζητώντας βοήθεια.
Η Γαλλία φοβάται, βρυχάται από θυμό, και μια αίσθηση ακραίας ανασφάλειας εξαπλώνεται λόγω ενός άγνωστου σκοπευτή που πυροβολεί αυτοκίνητα με οδηγούς Μαύρους και Άραβες. Εδώ όμως ο εξωγενής ένοχος φαίνεται ο πλέον κατάλληλος για τη δουλειά. Ο Πατρίκ χειραγωγείται, τόσο από τα πεθερικά του όσο και από ακροδεξιές ομάδες, στην προσπάθειά του να ξεδιψάσει τη νόμιμη εκδίκησή του. Η σφαγή μπορεί να ξεκινήσει...

Ανερχόμενη μορφή του γαλλικού θρίλερ μυθιστορήματος, ο Α. Σαινάς παρουσιάζει ένα βιβλίο φιλόδοξο και εξαιρετικά ενοχλητικό. Με μεγάλη ευχαρίστηση απεικονίζει μια Γαλλία στεγνή, ταγγή, παρανοϊκή. Στην αιχμηρή αφήγησή του, η όμορφη χώρα νιώθει ασφαλής όταν είναι κρυμμένη σε gated communities, οχυρωμένες κοινότητες. Οι κάτοικοι αυτών των φυλασσόμενων οικισμών επιλέγονται προσεκτικά με βάση το εθνοτικό τους προφίλ, παρακάμπτοντας ασύστολα τους νόμους κατά των διακρίσεων. Ακροδεξιές παραστρατιωτικές ομάδες και επιτροπές αυτοάμυνας ανθούν εκεί όπου ο ποινικός κώδικας και οι αρχές δεοντολογίας έχουν αποτύχει


(όλα τα στοιχεία είναι από την βιβλιονετ)

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Βιβλιοκριτική: Η θεωρία του Μαρξ για την αλλοτρίωση


Η θεωρία του Μαρξ για την αλλοτρίωση
 
Ιστβάν Μέσαρος

Tιμή 18 ευρώ, 369 σελίδες
Εκδόσεις Κουκκίδα, 2016


Την 1η Οκτώβρη πέθανε, σε ηλικία 87 ετών, ο Ιστβάν Μέσαρος. Ο Μέσαρος είχε γεννηθεί στην Ουγγαρία. Υπήρξε στενός φίλος και συνεργάτης του Γκέοργκ Λούκατς. Εγκατέλειψε την πατρίδα του το 1956 μετά την συντριβή της επανάστασης από τα ρωσικά τανκς. Τις τελευταίες δεκαετίες ζούσε και δίδασκε στη Βρετανία (ήταν καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Σάσεξ).Το 1971 κέρδισε το βραβείο Ντόιτσερ για το βιβλίο του "Η θεωρία του Μαρξ για την Αλλοτρίωση".1 
Επαναστάτης
Ο Μέσαρος παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του μαρξιστής και επαναστάτης. Το 2009, την χρονιά που άρχισε να ξεδιπλώνεται με όλο της το μένος η παγκόσμια οικονομική κρίση έλεγε σε μια συνέντευξή του στο βρετανικό περιοδικό Socialist Review:2
"Πρόκειται για μια δομική κρίση του συστήματος. Απλώνεται παντού και επηρεάζει ακόμα και τη σχέση μας με τη φύση, υπονομεύοντας τις θεμελιακές συνθήκες της ανθρώπινης επιβίωσης. Για παράδειγμα, κάθε τόσο ανακοινώνουν κάποιους στόχους για την μόλυνση της ατμόσφαιρας. Έχουμε ένα υπουργείο για την ενέργεια και την κλιματική αλλαγή το οποίο είναι στην πραγματικότητα ένα υπουργείο κοπανιστού αέρα. Τίποτα δεν γίνεται πέρα από την ανακοίνωση των στόχων. Αλλά οι στόχοι ούτε καν πλησιάζονται -πολύ περισσότερο δεν ικανοποιούνται. Αυτό είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι της δομικής κρίσης του συστήματος και μόνο δομικές λύσεις μπορούν να μας βγάλουν από αυτή τη φριχτή κατάσταση...
Δεν πιστεύω ότι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την παρούσα κρίση με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίσαμε τις προηγούμενες. Η παρούσα κρίση είναι πρωτοφανής. Ο αντιπρόεδρος της Τράπεζας της Αγγλίας έχει παραδεχτεί ότι είναι η μεγαλύτερη οικονομική κρίση στην ανθρώπινη ιστορία... Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η κοινωνία δεν δημιουργήθηκαν μέσα στα λίγα τελευταία χρόνια. Αργά ή γρήγορα αυτά τα προβλήματα θα πρέπει να επιλυθούν, όχι όπως φαντάζονται οι Νομπελίστες Οικονομολόγοι, μέσα στα πλαίσια του συστήματος. Η μόνη εφικτή λύση είναι να οργανώσουμε την κοινωνική αναπαραγωγή στη βάση του ελέγχου από τους ίδιους τους παραγωγούς. Αυτή ήταν πάντα η βασική ιδέα του σοσιαλισμού."
Αλλοτρίωση
Ο Μαρξ "δανείστηκε" την έννοια από τον Γκέοργκ Φρήντριχ Χέγκελ, τον μεγάλο διαλεκτικό "φιλόσοφο της αστικής επανάστασης". Αλλά, όπως έκανε με όλες τις έννοιες που κληρονόμησε από τον Χέγκελ χρειάστηκε πρώτα να τις γυρίσει ανάποδα, έτσι ώστε -όπως έλεγε ο ίδιος- να στέκουν με τα πόδια κάτω και το κεφάλι πάνω. 
Ο Χέγκελ ήταν ιδεαλιστής. Η αφετηρία των πάντων στο φιλοσοφικό του σύστημα είναι το "απόλυτο πνεύμα", ο θεός. Η αλλοτρίωση στο σύστημά του είναι το φυσικό επακόλουθο της εργασίας. Με την εργασία του ο άνθρωπος μετατρέπει την ιδέα του -κάτι που βρίσκεται στον νου του και που ελέγχει απόλυτα- σε ένα εξωτερικό αντικείμενο, σε ένα δημιούργημα αυτονομημένο από τον ίδιο και ικανό να στραφεί ακόμα και εναντίον του. Ο σύγχρονος άνθρωπος καταδυναστεύεται σήμερα από την οργανωμένη κοινωνία (το κράτος, τους νόμους, τους ισχυρούς κλπ). Η κοινωνία, όμως, είναι ανθρώπινο δημιούργημα.
Για τον Χέγκελ δεν υπήρχε πρακτικά τρόπος να λυτρωθεί ο άνθρωπος από την αλλοτρίωση. Το μόνο που θα μπορούσε να κάνει θα ήταν να συνειδητοποιήσει την τραγική του μοίρα και να συμφιλιωθεί μαζί της. Και όχι μόνο μαζί της: στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Χέγκελ -που στα νιάτα του υπήρξε θερμός οπαδός της Γαλλικής Επανάστασης- συμφιλιώθηκε με το ίδιο το αυταρχικό και καταπιεστικό Πρωσικό κράτος.
Ο Μαρξ συμφωνούσε με την παρατήρηση του Χέγκελ, ότι τα δημιουργήματα της ανθρώπινης εργασίας μπορούν να στραφούν εναντίον του. Αλλά η αυτονόμησή τους από τον δημιουργό τους δεν είχε τίποτα το μυστικιστικό: η αιτία είναι οι ταξικές κοινωνίες, και ιδιαίτερα ο καπιταλισμός. Η εργασία δεν είναι ελεύθερη στο σημερινό σύστημα. Οι εργάτες δεν επιλέγουν ούτε πότε θα δουλέψουν, ούτε πόσο θα δουλέψουν, ούτε τι θα παράξουν, ούτε σε τι ποιότητα, ούτε σε τι ποσότητα. Αυτά τα ελέγχουν τα αφεντικά. Η αλλοτρίωση είναι αποτέλεσμα της ανελεύθερης εργασίας και όχι της εργασίας γενικά.
Οι εργάτες δεν αποξενώνονται μόνο από την ίδια τη διαδικασία της εργασίας στον καπιταλισμό. Αποξενώνονται και από τα προϊόντα της εργασίας τους. Στον καπιταλισμό τα προϊόντα της εργασίας μετατρέπονται σε εμπορεύματα -σε απλησίαστα κατά κανόνα εμπορεύματα για τους ίδιους τους παραγωγούς. Στα εργοστάσια-κάτεργα του Βιετνάμ και της Κίνας ξυπόλητοι εργάτες παράγουν, με μεροκάματο μερικά δολάρια, κάθε μέρα χιλιάδες ζευγάρια παπούτσια -που οι ίδιοι, όμως, αδυνατούν να αγοράσουν. Και δεν είναι μόνο αυτό: η "υπεραξία" από την δουλειά τους είναι η πηγή του κέρδους. Και το κέρδος είναι η πηγή του κεφάλαιου -της "δύναμης" που καταδυναστεύει τους εργάτες. Όσο περισσότερο δουλεύουν οι εργάτες τόσο πιο δυνατό γίνεται το κεφάλαιο και τόσο χειροτερεύει η θέση τους.
Η αλλοτρίωση, έλεγε ο Μαρξ, διαταράσσει και τις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο καπιταλισμός μετατρέπει τον εργάτη σε "συντελεστή της παραγωγής" -σε έναν πωλητή της "εργατικής του δύναμης" (της ικανότητάς του να δουλεύει), σε ένα εμπόρευμα όπως όλα τα άλλα. Το μεροκάματο καθορίζεται με βάση την "αξία" του -όπως ακριβώς καθορίζεται και η αξία όλων των εμπορευμάτων: με βάση την εργασία που χρειάζεται για να αναπαραχθεί. Και η "αξία" του ατόμου σύμφωνα με την ηθική του συστήματος είναι ανάλογη με το πορτοφόλι του. "Είμαι άσχημος", γράφει ο Μαρξ στα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα 1844, "αλλά μπορώ να αγοράσω για εμένα την πιο όμορφη γυναίκα. Δεν είμαι άσχημος λοιπόν γιατί η ασχήμια -η απωθητική δύναμή της- ακυρώνεται από το χρήμα".3 
Η εργασία είναι αυτό που διακρίνει τον άνθρωπο από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο. Η αλλοτρίωση, από αυτή την άποψη, διαβρώνει ό,τι είναι πραγματικά ανθρώπινο, καταστρέφει την ίδια την ανθρώπινη "ουσία".
Διαμάχες
Η αξία του βιβλίου του Μέσαρος, όμως, δεν περιορίζεται σε μια παρουσίαση των απόψεων του Μαρξ για την αλλοτρίωση. Το βιβλίο ήταν μια παρέμβαση σε δυο μεγάλες διαμάχες που υπήρχαν εκείνη την εποχή (και συνεχίζουν μέχρι τώρα) μέσα στην αριστερά.
Η πρώτη αφορά στις σχέσεις ανάμεσα στην αλλοτρίωση και την ιδεολογία. Η αλλοτρίωση επηρεάζει προφανώς τον τρόπο με το οποίο αντιλαμβάνεται η εργατική τάξη τον κόσμο και τη θέση της μέσα σε αυτόν. Ο καπιταλισμός υποβιβάζει τον εργάτη σε "εμπόρευμα". Και ο εργάτης τείνει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του σαν εμπόρευμα. "Οι κυρίαρχες ιδέες κάθε εποχής", έγραφε ο Μαρξ, "είναι οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης". Πολλοί καταλήγουν από αυτό στο συμπέρασμα ότι η επανάσταση είναι αδύνατη. Τη δεκαετία του 1960 ο Χέρμπερτ Μαρκούζε έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο "Ο Μονοδιάστατος Άνθρωπος"4 στο οποίο υποστήριζε ότι χάρη στην καταναλωτική κοινωνία η εργατική τάξη της δύσης έχει χάσει τον παλιό της επαναστατικό χαρακτήρα. Το βιβλίο του Μέσαρος δίνει μια δυνατή απάντηση σε αυτά τα επιχειρήματα: η ιδεολογική κυριαρχία των καπιταλιστών δεν είναι απόλυτη. Οι αντιδραστικές ιδέες του συστήματος συνυπάρχουν στα μυαλά της εργατικής τάξης με την πραγματικότητα της εκμετάλλευσης, τις αντιλήψεις της αλληλεγγύης, τους οραματισμούς της ελευθερίας κλπ. Η ιδεολογική κυριαρχία μπαίνει σε κρίση κάθε φορά που οι εργάτες συγκρούονται με τα αφεντικά.
Η δεύτερη συζήτηση αφορά τη σχέση του νεαρού Μαρξ με τον ώριμο Μαρξ. Η επανάσταση δεν είχε καμιά θέση στον σταλινικό "μαρξισμό" που διδασκόταν στα κομματικά σχολεία της ΕΣΣΔ: ο Μαρξ ήταν απλά ένας οικονομολόγος. Το πραγματικό αντικείμενο του "Κεφάλαιου" ήταν η ανάπτυξη των "παραγωγικών δυνάμεων". Ο Μαρξ έλεγαν μιλούσε για την επανάσταση στα νεανικά του, ρομαντικά, μη επιστημονικά έργα. Μετά ωρίμασε. Η έννοια της αλλοτρίωσης έγραφε ο Λουί Αλτουσέρ, ένας Γάλλος φιλόσοφος που ταλαντευόταν ανάμεσα στην επανάσταση και τον ρεφορμισμό, δεν υπάρχει στο έργο του ώριμου Μαρξ.
Στην πραγματικότητα αυτή η αντίληψη είναι πέρα για πέρα λαθεμένη. Η αλλοτρίωση είναι για τον Μαρξ η άλλη όψη της εκμετάλλευσης. Το Κεφάλαιο δεν έχει καμιά σχέση με την "ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων". Ο στόχος του ήταν η ανατροπή του καπιταλισμού, η απελευθέρωση της εργατικής τάξης και η οικοδόμηση μιας δίκαιης και βιώσιμης κοινωνίας. 

Σημειώσεις
1. Ι.Μέσαρος, "Η Θεωρία του Μαρξ για την Αλλοτρίωση", Εκδόσεις Κουκίδα,
2. Socialist Review 332, January 2009, Interview: A structural crisis of the system, By Judith Orr Patrick, WardIstván Mésáros
3. Καρλ Μαρξ, Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα, Εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, σελ 169
4. Herbert Marcuse, Ο μονοδιάστατος άνθρωπος, Εκδόσεις Παπαζήση (1971)

του Σωτήρη Κοντογιάννη 
http://socialismfrombelow.gr/article.php?id=1022

Βιβλιοκριτική: Πρώτη φορά Αριστερά


Πρώτη φορά Αριστερά
 
Αντιθέσεις, αντιφάσεις, εσωτερικές συγκρούσεις στο ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1974-1990 και οι βάσεις του πολιτικού μεταμορφισμού του
Βασίλης Ασημακόπουλος

Τιμή 24 ευρώ, 558 σελίδες
Εκδόσεις Andy's Publishers, 2017


Στην φετινή επέτειο της 3ης Σεπτέμβρη, ο Αλέξης Τσίπρας με μακροσκελές άρθρο του στο «Ντοκουμέντο» με τίτλο «Ήταν ο Ανδρέας ψεύτης;» τοποθετήθηκε ο ίδιος στο θέμα της λεγόμενης «πασοκοποίησης» του ΣΥΡΙΖΑ: «Σήμερα είναι πολλοί εκείνοι, που κατηγορούν τον ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα - συνέχεια του ΠΑΣΟΚ… Αν ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορείται σήμερα ως το κόμμα που έχει ξαναπιάσει το νήμα αυτών των στόχων (σ.σ της 3ης Σεπτέμβρη) τότε η κατηγορία γίνεται δεκτή. Και με υπερηφάνεια».
Είναι σαφές, ότι παρά τη σημερινή παρακμή του χώρου του ΠΑΣΟΚ, η συζήτηση πάνω στο τι είδους τελικά κόμμα ήταν, όχι μόνο παραμένει ανοιχτή για τέταρτη συνεχή δεκαετία, αλλά διατηρεί ζωντανή την επικαιρότητά της. Και είναι μια συζήτηση αναγκαία στην Αριστερά, όχι τόσο για να εντοπίσει κανείς, επιχαίροντας ή καταγγέλλοντας τις διαφορές ή ομοιότητές του με τον ΣΥΡΙΖΑ, όσο για να μπορέσει να υπάρξει μια αποτελεσματική στρατηγική και τακτική απέναντι στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.
Υπό αυτήν την έννοια δεν θα μπορούσε παρά να είναι χρήσιμη και καλοδεχούμενη η έκδοση του βιβλίου «Πρώτη φορά Αριστερά, αντιθέσεις, αντιφάσεις, εσωτερικές συγκρούσεις στο ΠΑΣΟΚ στην περίοδο 1974-1990 και οι βάσεις του πολιτικού μεταμορφισμού του» (andy’s publishers) από τον Βασίλη Ασημακόπουλο - προερχόμενο από το ΠΑΣΟΚ από τον οποίο αποχώρησε δύο φορές (1999 και 2010) και στη συνέχεια μέλος της Κ.Ε του ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο 2012-13 από τον οποίο επίσης αποχώρησε το 2015. Στις 600 σελίδες του βιβλίου αναδεικνύονται σημεία που αξίζει να σταθεί κανείς: 
Κόντρα στις αναλύσεις καρικατούρες -που συνδέουν την άνοδο του ΠΑΣΟΚ με τον «λαϊκισμό», «τη δημαγωγία» ή τις «πελατειακές σχέσεις» και το παρουσιάζουν λίγο ως πολύ ένα «αρχηγικό» κόμμα-φαντομά που ήρθε «από το πουθενά» για να «κλέψει» τα συνθήματα της αριστεράς και να εγκλωβίσει τις «πειθήνιες» μάζες- το βιβλίο περιέχει μια εκτενή ανάλυση και εξιστόρηση του πως το ΠΑΣΟΚ πέτυχε να αποκτήσει οργανική σχέση με την εργατική τάξη, τη νεολαία και ευρύτερες μάζες.
Αναδεικνύεται πώς το ΠΑΣΟΚ, παρότι στις αρχές του ’70 ήταν ένα νέο κόμμα με λιγότερα ιστορικά και οργανωτικά εφόδια σε σχέση με το ΚΚΕ ή το ΚΚΕεσ., στη διάρκεια της χούντας και της μεταπολίτευσης πέτυχε να συνδεθεί με το τεράστιο κύμα ριζοσπαστικοποίησης που έφτανε από τον έξω κόσμο στην Ελλάδα την δεκαετία του ’70. 
Ενώ το ΚΚΕ και το ΚΚΕεσ. μέσα στη χούντα αναζητούσαν συμμαχίες για τον «εκδημοκρατισμό του καθεστώτος» με αποτέλεσμα αρχικά να καταγγέλλουν και την ίδια την εξέγερση του Πολυτεχνείου, το ΠΑΚ, η μήτρα από την οποία ξεπήδησε το ΠΑΣΟΚ, τα υπερφαλάγγιζε από τα αριστερά και σε στόχους και σε συνθήματα και σε πρακτικές που σε πολλά σημεία «θύμιζαν» επαναστατική αριστερά (κρατώντας ταυτόχρονα τις συνδέσεις με κάποιες από τις δυνάμεις του Κέντρου που είχε νομιμοποιήσει η ηγεσία της ΕΔΑ την περίοδο πριν τη χούντα). 
Μπαίνοντας στη μεταπολίτευση με τα κόμματα της Αριστεράς να σέρνονται στην πιο συναινετική γραμμή «Ή Καραμανλής ή τανκς», το ΠΑΣΟΚ μπόρεσε να συνδεθεί με πλατειά κομμάτια της κοινωνίας – καταρχήν στη νεολαία, όπου η ΠΑΣΠ καταφέρνει να βγει πρώτη δύναμη στα πανεπιστήμια στις πρώτες μεταπολιτευτικές φοιτητικές εκλογές. Όμως το πιο σημαντικό για την ανάπτυξη του ΠΑΣΟΚ ήταν ότι καταφέρνει να συνδεθεί με τα πιο πρωτοπόρα κομμάτια της εργατικής τάξης. Αρχικά το κίνημα των εργοστασιακών σωματείων, που το 1974-76 αποτέλεσε μια από τις κορυφαίες περιόδους του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα -και που τα κόμματα της Αριστεράς κατήγγειλαν. Ακολούθως, το δεύτερο κύμα αγώνων της μεταπολίτευσης στις τράπεζες και το δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα το διάστημα 1977-81. 
Μέσα σε αυτούς τους αγώνες απλώνεται παντού η οργανωμένη και όχι μόνο επιρροή του ΠΑΣΟΚ που το 1981 υπόσχεται «στις 18 του Οκτώβρη σοσιαλισμός» και κερδίζει πανηγυρικά τις εκλογές. Ήταν τέτοια η ορμή της μεταπολίτευσης και τόσο στενή η σύνδεση του κόμματος με την εργατική τάξη ώστε μέσα στη διετία 1981-83 το ΠΑΣΟΚ δεν έφερε βέβαια τον σοσιαλισμό αλλά αναγκάστηκε να ψηφίσει και να εφαρμόσει μια σειρά προοδευτικών νόμων και μέτρων, κατακτήσεις της εργατικής τάξης που εδώ και δεκαετίες προσπαθούν να πάρουν πίσω. 
Όμως αυτή η σύνδεση δεν σήμανε τον απόλυτο έλεγχο πάνω στην εργατική τάξη. Αυτό θα φανεί με εκκωφαντικό τρόπο το 1985-87, όταν ενάντια στο πρώτο σταθεροποιητικό πρόγραμμα λιτότητας του ΠΑΣΟΚ το 1985, η ανταρσία της βάσης –με προπύργια τις ΔΕΚΟ και τα σωματεία των κρατικοποιημένων πλέον εργοστασίων- θα πάρει τόσο μαζικά και εκρηκτικά χαρακτηριστικά ώστε η ΠΑΣΚΕ να διασπαστεί και το ένα της κομμάτι να συμμαχήσει με την ΕΣΑΚ-Σ, μέσα σε ένα ξέσπασμα νέων απεργιακών αγώνων. Η συνεργασία της ΣΣΕΚ (που διαμορφώθηκε από τους αποχωρήσαντες και διαγραφέντες του ΠΑΣΟΚ) με το ΚΚΕ θα κερδίσει στις δημοτικές εκλογές του 1986 δεκάδες δήμους δημιουργώντας τα κόκκινα στεφάνια στις εργατογειτονιές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.
Το ΚΚΕ θα χαραμίσει αυτήν την ευκαιρία, προχωρώντας τον επόμενο χρόνο στην ίδρυση του ενιαίου Συνασπισμού, μια συμμαχία προς τα δεξιά με την ΕΑΡ του Κύρκου, ανοίγοντας το δρόμο στην προδοσία της κυβέρνησης Τζαννετάκη το 1989. Έτσι στις εκλογικές αναμετρήσεις του 1989-90, παρά την τεράστια κρίση του, το ΠΑΣΟΚ θα καταφέρει να συγκρατήσει, να επαναπατρίσει το μεγαλύτερο μέρος της εργατικής τάξης και να αναπτυχθεί εκ νέου στους εκρηκτικούς εργατικούς αγώνες του διαστήματος 1991-93, παρά την συνέχιση της δεξιάς στροφής στο δεύτερό του συνέδριο.
Είναι γεμάτο το βιβλίο από σχετικές περιγραφές και ντοκουμέντα όλης αυτής της περιόδου, όχι μόνο για τη σχέση του ΠΑΣΟΚ με την εργατική τάξη και τις μάζες γενικότερα, αλλά και για τις σφοδρές συγκρούσεις που γεννούσαν οι ανταρσίες της βάσης μέσα στις κομματικές οργανώσεις του όλη αυτήν την περίοδο, που αναιρούν την καρικατούρα «το ΠΑΣΟΚ ήταν ο Ανδρέας». 
Μέσα στο εκρηκτικό κλίμα της μεταπολίτευσης, ο Ανδρέας Παπανδρέου συμμαχεί αρχικά με τα πιο ριζοσπαστικά και αριστερά κομμάτια του ΠΑΣΟΚ για να διαγράψει την «Δημοκρατική Άμυνα» και περιορίζει τους «παλαιοκομματικούς» προερχόμενους από την Ένωση Κέντρου. Στη συνέχεια σε μια πορεία ελέγχου του κόμματος συγκρούεται προς τα αριστερά και διαγράφει διαδοχικά τους τροτσκιστές και μεγάλο κομμάτι της ΠΑΣΠ και της εργατικής νεολαίας, προκειμένου να φτάσει όσο γίνεται ελαφρύτερος από «βαρίδια» στις εκλογές του 1981. 
Ο στόχος υλοποιείται, όχι μόνο χάρη στο κύρος και τις πολιτικές ικανότητες του Ανδρέα αλλά και χάρη στη στήριξη και στην (όχι πάντα) συνεργασία, όπως αναλύεται εκτενώς στο βιβλίο, μιας κομματικής γραφειοκρατίας που αναπτύσσεται μέσα στο ίδιο το κόμμα ενόψει της κατάληψης της εξουσίας και παγιοποιείται με το ερχομό του στην εξουσία, μετατρεπόμενη σε κρατική γραφειοκρατία. Όλο αυτό το διάστημα, περίοδοι διορισμών από τα πάνω, καθαιρέσεων και διαγραφών εναλλάσσονται με περιόδους «συσπείρωσης όλων των τάσεων» - με το πρώτο συνέδριο του κόμματος να καθυστερεί 11 ολόκληρα χρόνια. 
Ο συγγραφέας αναλύει την δεξιόστροφη πορεία της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ όλο αυτό το διάστημα σαν το πέρασμα από ένα κόμμα εξελικτικής σοσιαλδημοκρατίας που στοχεύει στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, σε ένα κόμμα σοσιαλδημοκρατίας με ορίζοντα κάποιες μεταρρυθμίσεις στο παρόν σύστημα, και τελικά σε ένα σοσιαλφιλελεύθερο κόμμα την δεκαετία του ’90 - ενώ αλλού αυτοπροσδιορίζει την θέση του κοντά στην ανάλυση των συνεδρίων του ΚΚΕ για «κόμμα μικροαστικού σοσιαλισμού» και «ιδιότυπο ρεφορμιστικό κόμμα» στο 10ο και 11ο συνέδριο αντίστοιχα. 
Όμως είναι η ανάλυση του Λένιν για τα ρεφορμιστικά κόμματα, ως αστικά-εργατικά, κόμματα δηλαδή με αστική πολιτική αλλά σε οργανική σύνδεση με την εργατική τάξη, που μπορεί να εξηγήσει με τον καλύτερο τρόπο το ΠΑΣΟΚ. Γιατί δεν περιορίζεται πάνω στην ανάλυση των προγραμματικών διακηρύξεων της κάθε συγκυρίας (που έχουν βέβαια την ιδιαίτερη αξία τους) και στην πολιτική που εκφράζει και εφαρμόζει το κόμμα αλλά στον κρίσιμο ρόλο των κοινωνικών δυνάμεων που εκφράζονται μέσα σε αυτό. 
Είναι χαρακτηριστικό ότι το ΠΑΣΟΚ, ακόμη και μετά την περίοδο που πραγματεύεται το βιβλίο, την περίοδο της πιο δεξιάς του στροφής συνέχισε να εκφράζει την πλειοψηφία και τις προσδοκίες της εργατικής τάξης αλλά και να βρίσκεται ξανά αντιμέτωπο με αυτήν του την εσωτερική αντίθεση. Από την ανατροπή του νόμου Γιαννίτση από μια ΓΣΕΕ που φαινόταν να ελέγχει πλήρως την περίοδο του Σημιτικού εκσυγχρονισμού μέχρι την σύγκρουση επί Παπανδρέου για την αναθεώρηση του άρθρου 16. Ήταν αυτή η αντίθεση που έσκασε με τον πιο εκρηκτικό τρόπο την περίοδο των μνημονίων, με την εργατική βάση του ΠΑΣΟΚ να το εγκαταλείπει μέσα σε μια περίοδο νέας ριζοσπαστικοποίησης και του μεγαλύτερου απεργιακού κινήματος από την εποχή της μεταπολίτευσης. 
Στον πυρήνα αυτής της αντίθεσης –αλλά και ταυτόχρονα εξήγηση της κατάληξης του ΠΑΣΟΚ- είναι η στρατηγική του: ο τρόπος με τον οποίο προσέγγιζε από την αρχή το ζήτημα της διαχείρισης του αστικού κράτους, ο συμβιβασμός που επιδίωξε και τελικά πέτυχε με κομμάτια της άρχουσας τάξης με την πάροδο του χρόνου, (παρά το γεγονός ότι πάντα το φόβιζε η σχέση του με την εργατική τάξη). Ήταν επίσης από την αρχή εκεί, μέσα από τις διάφορες θεωρίες εξάρτησης και εθνικής ανασυγκρότησης, από τις οποίες το μόνο που απέμεινε όταν η ΕΟΚ, το ΝΑΤΟ και ο εκσυγχρονισμός έγιναν «αναγκαίος συμβιβασμός», ήταν ένας χυδαίος αντιτουρκικός, κυρίως, σωβινισμός. Αυτήν την υποταγή στα συμφέροντα του ελληνικού καπιταλισμού, ο Ανδρέας και το επιτελείο του μπορούσαν να ντύνουν με περίτεχνες αναλύσεις περί «ιδεολογικά ζητούμενου, κοινωνικά αναγκαίου και πολιτικά εφικτού», «περί διαφορετικών ρόλου κόμματος και κυβέρνησης» - τις οποίες προσπαθεί να αντιγράψει σήμερα ο Τσίπρας και το επιτελείο του.
Με αυτήν την έννοια δεν θα συμφωνούσαμε με το τελικό συμπέρασμα του συγγραφέα ότι «δεν ήταν νομοτέλεια αυτή η εξέλιξη, έτσι παίχτηκαν τα πράγματα». Όχι λόγω υποτίμησης των κατά καιρούς διαφορετικών αριστερών αντιπολιτεύσεων μέσα στο ΠΑΣΟΚ, ότι δεν θα μπορούσαν να είναι φορέας εξελίξεων. Θα μπορούσαν. Μέσα στη διαλεκτική αντίθεση που ενυπάρχει μέσα σε κάθε ρεφορμιστικό κόμμα και έρχεται στην επιφάνεια σε περιόδους κρίσης της στρατηγικής, ενυπάρχει και η δυνατότητα εξέλιξής του μέσα από τη διάσπασή του και το κέρδισμα της ριζοσπαστικής του πτέρυγας στην πλευρά της επανάστασης. 
Συνέβη αυτό στη Γερμανία την δεκαετία του ’20, όταν την διάσπαση του SPD ακολούθησε η ίδρυση του USPD και στη συνέχεια η εισχώρηση ενός μεγάλου τμήματός του στο νεοφώτιστο Κομμουνιστικό Κόμμα. Την δεκαετία του ’80 το ΚΚΕ είχε αυτήν την ευκαιρία και την πέταξε, όπως την πέταξε ξανά και αμέσως μετά το 2010 με τον συντηρητισμό της «σπασμένης βιτρίνας» και τον σεχταρισμό του απέναντι στο ίδιο το μαζικό κίνημα. 
Σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί προσωρινά και σε ένα βαθμό να έχει προσεγγίσει τον κόσμο του ΠΑΣΟΚ αλλά στην πολιτική του και την συγκυρία εξακολυθούν να δρουν οι αντιθέσεις και οι δυνάμεις που οδήγησαν στη διάλυση το ΠΑΣΟΚ. Είναι καθήκον της επαναστατικής αριστεράς να μην χαραμίσει ξανά επόμενες ευκαιρίες είτε με την προσαρμογή στον αλά Τραμπ «ρεαλισμό» του Τσίπρα, είτε ακολουθώντας αποτυχημένες επιλογές «εθνικής ανασυγκρότησης» είτε σεχτάροντας τον κόσμο της αριστεράς που υπάρχει και αναφέρεται με λιγότερες ή περισσότερες αυταπάτες στον ΣΥΡΙΖΑ.

του Γιώργου Πίττα
http://socialismfrombelow.gr/article.php?id=1023 

Βιβλιοκριτική: Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση;


Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση; 
 
Ρόζα Λούξεμπουργκ
Τιμή 10 ευρώ, 185 σελίδες
Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2014

Το βιβλίο “Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση” της Ρόζας Λούξεμπουργκ γράφεται το 1899, μόλις ένα χρόνο μετά την εγκατάσταση της επαναστάτριας από την Πολωνία στη Γερμανία, που ήταν το επίκεντρο του διεθνούς εργατικού κινήματος και εντυπωσιάζει για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, γιατί μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα από τα ιδρυτικά κείμενα της επαναστατικής αριστεράς στις αρχές του 20ου αιώνα. Δεύτερον, γιατί διαβάζοντάς το ανακαλύπτουμε πόσο επίκαιρο παραμένει το δίλημμα “μεταρρύθμιση ή επανάσταση” που έβαλε η Ρόζα.
Η Ρόζα προσχωρεί στο Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Γερμανίας (SPD), το μεγαλύτερο κόμμα της Αριστεράς εκείνης της περιόδου, σε μια κρίσιμη καμπή της εξέλιξής του και παρεμβαίνει στις αντιπαραθέσεις που είχαν ξεκινήσει στη Δεύτερη Διεθνή. Το βιβλίο “Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση” αποτελείται από δυο σειρές άρθρων. Η πρώτη δημοσιεύτηκε το Σεπτέμβρη του 1898 και η δεύτερη τον Απρίλη του 1899. Είναι μια οξυδερκής και εμπεριστατωμένη πολεμική στον 'Εντουαρντ Μπερνστάιν, έναν από τους βασικούς ηγέτες του κόμματος, που είχε διατυπώσει για πρώτη φορά καθαρά την άποψη ότι ο σοσιαλισμός δεν θα έρθει με ανατροπή του καπιταλισμού, αλλά σαν αποτέλεσμα κοινωνικών μεταρρυθμίσεων και σταδιακών αλλαγών μέσα στον καπιταλισμό. 
Σε αντίθεση με το Μαρξ ο Μπερνστάιν επιχειρηματολογούσε ότι οι αντιφάσεις του καπιταλισμού διαρκώς αμβλύνονται, ότι ο καπιταλισμός εξημερώνεται. Τα καρτέλ, τα τραστ και τα πιστωτικά ιδρύματα ρυθμίζουν τη φύση του συστήματος το οποίο αντί για επαναλαμβανόμενες κρίσεις που είχε προβλέψει ο Μαρξ οδηγείται σε διαρκή ευημερία. Αυτή η δυνατότητα του συστήματος φαίνεται κι από τη βελτίωση των συνθηκών της εργατικής τάξης σύμφωνα με τον Μπερνστάιν. Άρα το κόμμα θα πρεπε να ασχοληθεί με τη σταδιακή βελτίωση των συνθηκών της εργατικής τάξης και όχι με την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη.
Η Ρόζα επιχειρηματολογεί ότι τα καρτέλ, τα τραστ και τα πιστωτικά ιδρύματα κάνουν ακριβώς το αντίθετο, οξύνουν τους ανταγωνισμούς στον καπιταλισμό αντί να τους αμβλύνουν. “Τα καρτέλ οξύνουν την αντίθεση ανάμεσα στον τρόπο παραγωγής και τον τρόπο ανταλλαγής, οδηγώντας στο έπακρο τον αγώνα ανάμεσα στους παραγωγούς και τους καταναλωτές. Επιπλέον οξύνουν την αντίθεση ανάμεσα στον τρόπο παραγωγής και τον τρόπο ιδιοποίησης, αντιπαραθέτοντας στην εργατική τάξη την υπερδύναμη του οργανωμένου κεφάλαιου και βαθαίνοντας έτσι την αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία στην πιο οξυμένη μορφή. Τέλος οξύνουν την αντίθεση ανάμεσα στο διεθνή χαρακτήρα της καπιταλιστικής οικονομίας και τον εθνικό χαρακτήρα του καπιταλιστικού κράτους...” 
Το πιο ισχυρό χαρτί που είχε ο Μπερνστάιν για να υποστηρίξει ότι οι αντιφάσεις του καπιταλισμού εξασθενούν ήταν ότι για δυο δεκαετίες ο καπιταλισμός δεν είχε γνωρίσει καμία σοβαρή ύφεση. Το χαρτί αυτό το κάνει κουρελόχαρτο η Ρόζα στο βιβλίο, αλλά και η ίδια η πορεία του καπιταλισμού, αφού το 1900 ξέσπασε μια σφοδρή γενική κρίση και 7 χρόνια αργότερα καινούργια κρίση. Η Ρόζα εξηγεί ότι όταν ο Μπερνστάιν υποστηρίζει ότι οι αντιθέσεις δεν βαθαίνουν, αφαιρεί από την πάλη για το σοσιαλισμό την υλική της βάση και τη μετατρέπει από αναγκαιότητα σε μια ευχή. 
Λίγα χρόνια πριν ο Τσίπρας ειρωνευόταν όσους παλεύουν για τη “Δευτέρα Παρουσία” του σοσιαλισμού και υποσχόταν μια πιο αργή και ήρεμη πορεία. Οι συμμαχίες με κομμάτια της άρχουσας τάξης και η “συνέχεια του κράτους” γνωρίζουμε ότι κατέληξαν από συνεχείς συμβιβασμούς σε ψήφιση μνημονίων, σε δεξιά κατρακύλα, μέχρι και στην εξοργιστική πρόσφατη επίσκεψή του στον Τραμπ. Πάνω από έναν αιώνα πριν η Ρόζα έγραφε: "Είναι μια παλιά ιστορία το ότι ο μικροαστός μεταρρυθμιστής βλέπει σε όλα τα πράγματα του κόσμου μια "καλή" και μια "κακή" πλευρά και ότι δοκιμάζει κάτι από όλους τους κήπους. Μια εξίσου παλιά ιστορία είναι όμως ότι η πραγματική πορεία των πραγμάτων ελάχιστα νοιάζεται για τους μικροαστικούς συνδυασμούς και τινάζει με ένα φύσημα στον αέρα τον μικρό σωρό από τις "καλές πλευρές" που συσσωρεύθηκε με τόση φροντίδα..." 
Για τον Μπερνστάιν η κοινοβουλευτική δημοκρατία γινόταν ολοένα και πιο “πραγματική και ουσιαστική”. Άρα το SPD αρκούσε να οργανώνει την εργατική τάξη σε συνδικάτα, ώστε οι εργαζόμενοι να αποκτούν περισσότερα δικαιώματα και να κερδίσει τις απαραίτητες πλειοψηφίες μέσα στο κοινοβούλιο ώστε να μπορέσει να επιβάλλει μεταρρυθμίσεις που θα οδηγήσουν στον σοσιαλισμό. Στο βιβλίο η Ρόζα εξηγεί ότι “τα συνδικάτα δεν είναι τίποτε άλλο από την οργανωμένη άμυνα της εργατικής δύναμης ενάντια στις επιθέσεις του κέρδους, τίποτε άλλο από την άμυνα της εργατικής τάξης ενάντια στην τάση της καπιταλιστικής οικονομίας που την πιέζει προς τα κάτω...” Ο συνδικαλιστικός αγώνας είναι πολύ χρήσιμος για να προστατεύει τους εργάτες από τις επιθέσεις των αφεντικών στο βιοτικό τους επίπεδο, αλλά δεν είναι υποκατάστατο για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης. Χρειάζεται η εργατική τάξη να καταλάβει την πολιτική εξουσία τσακίζοντας το αστικό κράτος. Η εξουσία των καπιταλιστών δεν στηρίζεται στον έλεγχο του κοινοβουλίου, αλλά στον έλεγχο της οικονομίας. “Το ίδιο το γεγονός της εκμετάλλευσης δεν στηρίζεται σε κάποιο νομικό διάταγμα αλλά στο καθαρό οικονομικό γεγονός της εμφάνισης της εργατικής δύναμης σαν εμπόρευμα…”
Στη σημερινή περίοδο της πιο βαθιάς κρίσης του καπιταλισμού μετά τη δεκαετία του '30, μετά τη μαζική διάψευση των προσδοκιών από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ τα επιχειρήματα της Ρόζας Λούξεμπουργκ στο βιβλίο “Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση”, όπως χρειαζόμαστε και περισσότερο από ποτέ το δυνάμωμα της επαναστατικής αριστεράς. Η συζήτηση που ανοίγει για τις αντιθέσεις και τις κρίσεις του καπιταλισμού, για τα όρια του κοινοβουλευτικού δρόμου και την αναγκαιότητα η ίδια η εργατική τάξη να καταλάβει την εξουσία και να απελευθερώσει την ανθρωπότητα είναι πολύτιμο όπλο για όλους τους αγωνιστές που χτίζουν την αριστερή αντιπολίτευση και παράλληλα ψάχνουν τη γνήσια εναλλακτική. “Η νομοθετική μεταρρύθμιση και η επανάσταση δεν είναι διαφορετικές μέθοδοι ιστορικής εξέλιξης που μπορούν εύκολα να επιλέχθούν από τον πάγκο της ιστορίας, όπως κάποιος επιλέγει ζεστά ή κρύα λουκάνικα...Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αυτοί που είναι υπέρ της νομοθετικής μεταρρύθμισης ενάντια και σε αντιδιαστολή με την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και την κοινωνική επανάσταση, στην πραγματικότητα δεν επιλέγουν μία πιο ήρεμη και αργή πορεία προς τον ίδιο στόχο, αλλά προς ένα διαφορετικό στόχο. Αντί να έχουν μια στάση υπέρ της δημιουργίας μιας νέας κοινωνίας, η στάση τους είναι υπέρ επιφανειακών τροποποιήσεων στην παλιά κοινωνία”.

της Λίλιαν Μπουρίτη

Βιβλιοκριτική: Οι οικονομικές πλευρές της υποχρεωτικής ανταλλαγής μειονοτήτων μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας


Οι οικονομικές πλευρές της υποχρεωτικής ανταλλαγής μειονοτήτων μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας
 
Μεχμέτ Μιχρί Μπελί

Μετάφραση: Γιώργος Μερτίκας
Τιμή 7 ευρώ, 120 σελίδες
Εκδόσεις Νήσος, 2017


Η «ανταλλαγή πληθυσμών» ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, που σφραγίστηκε με τη διαβόητη Συνθήκη της Λωζάνης, είναι αναμφισβήτητα ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία και των δυο χωρών. Σύμφωνα με τη Συνθήκη του Ιούλη 1923, που ακολούθησε την ήττα της επέμβασης του ελληνικού στρατού στην Μικρά Ασία με την αρχική στήριξη των μεγάλων ιμπεριαλιστικών νικητριών δυνάμεων του Α’΄ Παγκόσμιου Πόλεμου, περίπου 1.500.000 μη μουσουλμάνοι κάτοικοι της Τουρκίας και 500.000 μουσουλμάνοι κάτοικοι της Ελλάδας εξαναγκάστηκαν σε υποχρεωτική «μετανάστευση» στις αντίστοιχες «μητέρες πατρίδες». Ήταν η πρώτη θεσμοθετημένη μαζική εθνική εκκαθάριση που οδήγησε σε τραγωδία εκατομμύρια ανθρώπους που ήρθε ως συνέπεια των ανταγωνισμών των τοπικών αρχουσών τάξεων και των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων στην περιοχή. Αλλά και πέρα από τα γεγονότα που συνέβησαν πριν από έναν αιώνα, η Συνθήκη της Λωζάνης συνεχίζει μέχρι σήμερα να χρησιμοποιείται κατά το δοκούν από ελληνικές και τουρκικές κυβερνήσεις για να αντλήσουν αμφότερες εθνικιστική «επιχειρηματολογία» στους τωρινούς ανταγωνισμούς τους.
Το βιβλίο του Μιχρί Μπελί για τις «οικονομικές πλευρές της υποχρεωτικής ανταλλαγής μειονοτήτων» είναι σημαντικό από πολλές πλευρές. Κατ’ αρχήν, έχει γραφτεί το 1939, δηλαδή μόλις δεκαπέντε χρόνια μετά την υπογραφή της Συνθήκης και επομένως έχει μια αμεσότητα και όσον αφορά στα ίδια τα γεγονότα και όσον αφορά στα οικονομικά στοιχεία από τις πρωτογενείς πηγές (κύρια της Μικτής Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων, ενός όργανου που ανέλαβε να «βολέψει» όπως-όπως τους πρόσφυγες υπό την επίβλεψη των δυο κυβερνήσεων και της Κοινωνίας των Εθνών). 
Ακόμα μεγαλύτερη σημασία, όμως, έχει το ποιος είναι ο ίδιος ο συγγραφέας. Ο Μιχρί Μπελί λίγο μετά το γράψιμο βιβλίου του (ως μεταπτυχιακή εργασία σε ένα αμερικάνικο πανεπιστήμιο) έγινε μέλος του παράνομου Κομμουνιστικού Κόμματος Τουρκίας. Το 1946 πέρασε στην Ελλάδα, εντάχθηκε στον Δημοκρατικό Στρατό και πήρε μέρος στον εμφύλιο πόλεμο ως διοικητής ένοπλων σωμάτων της τουρκικής μειονότητας της Θράκης. Μέχρι το τέλος της ζωής του, το 2011, παρέμεινε ενεργός στην αριστερά και υποστηρικτής του κουρδικού κινήματος. Αυτή η διεθνιστική αντίληψη διαπερνάει, ως ένα βαθμό, και το βιβλίο.
Μια πρώτη ενδιαφέρουσα πτυχή είναι ο τρόπος που ο συγγραφέας εξετάζει την κοινωνική διαστρωμάτωση των δυο μειονοτήτων που εκδιώχθηκαν σε συνδυασμό με τον ελληνοτουρκικό πόλεμο: ένα μεγάλο μέρος των μη μουσουλμάνων στην Τουρκία ήταν κυρίως έμποροι, βιοτέχνες, επιχειρηματίες που «ενώ μια προηγούμενη περίοδο αποτελούσαν μια προοδευτική δύναμη… τώρα είχαν γίνει πράκτορες των ξένων ιμπεριαλιστών», ενώ «όσον αφορά την τουρκική μειονότητα στην Ελλάδα, αυτοί οι μουσουλμάνοι ήταν ως επί το πλείστον αγρότες… και στην πραγματικότητα εκδιώχθηκαν σε αντίποινα για την εισροή Ελλήνων από την Τουρκία». Ταυτόχρονα σημειώνει ότι «δεν ήταν το σύνολο της μη μουσουλμανικής μειονότητας στην Τουρκία που έγινε σύμμαχος των ιμπεριαλιστών» και ότι «οι αντάρτικες ομάδες που συνέτριψαν τον ελληνικό στρατό στην Ανατολική Μικρά Ασία απαρτίζονταν κατά καιρούς και από Έλληνες που προέρχονταν κυρίως από τους αγρότες και τις φτωχές χειρονακτικές τάξεις».
Στη συνέχεια ο Μιχρί Μπελί υποστηρίζει πως «μια φυλετική ή γλωσσική διάκριση των προσφύγων θα ήταν εντελώς ανεπαρκής… Ένας μεγάλος αριθμός Τούρκων στην Ελλάδα μιλούσε μόνο ελληνικά, και τα ελληνικά ήταν μια ξένη γλώσσα για πολλούς Έλληνες που ζούσαν στην κυρίως Τουρκία». Αναφέρει την προσωπική του εμπειρία μιας μικρής κωμόπολης που ζούσε ο ίδιος: πριν την «ανταλλαγή» η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν έλληνες ορθόδοξοι, αλλά οι επίσημες ομιλίες εκφωνούνταν στα τουρκικά γιατί ήταν η γλώσσα που μιλούσαν. Μετά την «ανταλλαγή» στην κωμόπολη ήρθαν μουσουλμάνοι πρόσφυγες από την Ελλάδα, αλλά στις επίσημες ομιλίες έπρεπε να χρησιμοποιείται η ελληνική γλώσσα επειδή η πλειοψηφία των ακροατών δεν ήξερε τουρκικά!
Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου είναι αφιερωμένο στις τραγικές συνθήκες που συνόδευαν τους πρόσφυγες τόσο στη διάρκεια της μεταφοράς τους όσο και της μετεγκατάστασής τους. Θα πρέπει να πάρουμε υπόψη ότι το μεγαλύτερο μέρος των προσφύγων είχε ήδη εκδιωχθεί πριν την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, η οποία συμπεριέλαβε και όσους είχαν μετακινηθεί από το 1912 μέχρι το 1923, επικυρώνοντας επίσημα τη συντελούμενη εθνική εκκαθάριση. «Στην Ελλάδα, οι μετανάστες διώκονταν δια της βίας από τα σπίτια τους πριν από την ημέρα μεταφοράς τους». Στην Τουρκία «σε πολλούς Έλληνες οι οποίοι είχαν ήδη φτάσει στα λιμάνια διακομιδής τούς είπαν να επιστρέψουν στα χωριά τους όπου η περιουσία τους είχε ήδη κατασχεθεί». Η μεταφορά γινόταν τις περισσότερες φορές με πεζοπορία και καραβάνια, όπου οι πρόσφυγες έπρεπε να μετακινηθούν με δικά τους έξοδα. Στα λιμάνια οι πιο τυχεροί έβρισκαν καταφύγιο σε δημόσια κτήρια ή σε σκηνές. Είχαν να αντιμετωπίσουν την πείνα, το κρύο και τις ασθένειες. Καμιά βοήθεια δεν δόθηκε από τον Ερυθρό Σταυρό και την Ερυθρά Ημισέληνο. «Η μετανάστευση», γράφει ο Μιχρί Μπελί, «συνολικά έτυχε αδέξιων χειρισμών… Όμως, η πηγή του κακού βρισκόταν στην ίδια την υποχρεωτική ανταλλαγή και στις αιτίες που έκαναν αναγκαίο ένα τέτοια σχέδιο».
Τα δυο κεφάλαια του βιβλίου που αναφέρονται «στην αποκατάσταση των μεταναστών σε Ελλάδα και Τουρκία» είναι γεμάτα από οικονομικά και κοινωνικά στοιχεία και αναλυτικούς πίνακες που παραπέμπουν στα ζητήματα της γης, της περιουσίας, της στέγασης, της αντιμετώπισης από τις δημόσιες υπηρεσίες, των «επαχθών» εξωτερικών δανείων που αναγκάστηκαν να πάρουν οι κυβερνήσεις. Ειδικά για τα δάνεια της Ελλάδας ο συγγραφέας γράφει ότι «κοστίζουν κατά προσέγγιση το ποσό των 15.000.000 δολαρίων ετησίως. Αν λάβουμε υπόψη τη σχετική ένδεια της Ελλάδας, αυτό σημαίνει για τον ελληνικό λαό ένα μεγάλο βάρος, από το οποίο δεν θα απαλλαγεί παρά στο απώτερο μέλλον». Τελικά, από οικονομικής πλευράς αυτό που έφερε η «ανταλλαγή πληθυσμών» ήταν στη μεν Τουρκία το γεγονός ότι «ένας αριθμός πόλεων στην Ανατολία και τη Θράκη που άλλοτε ήταν ευημερούντα εμπορικά κέντρα να απονεκρωθούν», στη δε Ελλάδα «η επέκταση των φτωχογειτονιών στα αστικά κέντρα». Ο Μιχρί Μπελί δεν παραλείπει να αφήσει αιχμές για το ποιοι βρήκαν την ευκαιρία να επωφεληθούν από τη φτώχεια και τις ανάγκες στοιχειώδους επιβίωσης των εκατομμυρίων προσφύγων (ιδιαίτερα στην Ελλάδα).
Καταλήγοντας το βιβλίο αποδομεί τις υποτίθεται «θετικές πλευρές» της υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών: «Δεν έλυσε οριστικά το πρόβλημα της προστασίας της μειονότητας… Εξαναγκάζοντας μια μειονότητα να εγκαταλείψει τη χώρα προέλευσής της, οξύνουμε το πρόβλημα της προστασίας της, δεν το επιλύουμε».
Αν είναι κάτι αρνητικό που θα μπορούσαμε να προσάψουμε στο βιβλίο, αυτό είναι ότι λείπουν οι συγκεκριμένες πολιτικές αιχμές, κύρια σε σχέση με το ρόλο των κυβερνήσεων και των δυο αρχουσών τάξεων σε Ελλάδα και Τουρκία. Όπως επίσης λείπει και ο ρόλος που έπαιξαν οι πρόσφυγες σε σχέση με το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα: αντιμετωπίζονται κύρια ως φτηνό εργατικό δυναμικό και απουσιάζει η συμμετοχή τους στην αριστερά και στους αγώνες της, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1930. Αυτή η έλλειψη μπορεί ως ένα βαθμό να δικαιολογηθεί λόγω του συγκεκριμένου χαρακτήρα του βιβλίου ως μια «ακαδημαϊκή εργασία» για ένα αμερικάνικο πανεπιστήμιο. Γίνεται, όμως, ακόμα πιο έντονη εξαιτίας του σταλινικού θεωρητικού υπόβαθρου του συγγραφέα, με αποτέλεσμα ορισμένες εκτιμήσεις του να είναι από πολύ σχηματικές έως λάθος. Παρ’ όλες τις αδυναμίες του, όμως, πρέπει να αναγνωρίσουμε –όπως πολύ σωστά αναφέρεται στην εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης– ότι «ο Μιχρί Μπελί ήταν ένας από τους πρωτοπόρους που έριξαν μια καθαρή ματιά στο πρωτοφανές γεγονός και τις συνέπειές του χωρίς να παρασυρθεί από τα επιχειρήματα του συρμού που καλλιεργούνται και τρέφονται από το ‘εθνικό συμφέρον’».

του Κώστα Πίττα
http://socialismfrombelow.gr/article.php?id=1025 

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

(εκδήλωση) Πολιτισμός κι ευνουχισμός, στο Τρίπορτο


Τι εννοούμε σήμερα, όταν λέμε πολιτισμός; Μήπως, έχουμε εθιστεί σε θεάματα τύπου Survivor? Πόσο έχει ευνουχιστεί ο πολιτισμός σήμερα; Τι εννοούμε με τον όρο "πετυχημένος". 

Ελάτε να διαβάσουμε "πολιτισμένα" ποιήματα, την Τετάρτη 29/11/2017 στο Τρίπορτο, Παραμυθίας 48 & Αρτεμισίου στον Κεραμεικό.
Συντονίζει η Φαίη Ρέμπελου.

Ποιήματα που τώρα γράφονται: Σκληρές νότες, του Νίκου Βαρδάκα



Σκληρές  νότες*

Λίγα  φώτα ,πολλά  χνώτα  και  μία  κιθάρα
με  ταξιδεύει  με  σκληρές  νότες  στο  σπίτι  αυτό.
Πολλοί  άνθρωποι, καθόλου φίλοι  σκοντάφτουνε
στο  σώμα  μου  ανήμπορο  πια  να  σταθεί.
Δοκίμασα  ηρωίνη  και  εσύ  κοκαΐνη  μα  είναι  δύσκολο
τελικά  να  ονειρευτούμε.
Από  παιδιά  μαζί  μεγαλώσαμε  στην  ίδια  αυλή ,στον  ίδιο  δρόμο
και  στα  τσιμέντα  του  γηπέδου  γλυκός  ο  πόνος. Με  τα  δερμάτινα
και  τα  τζίν  πιστέψαμε  στην  επανάσταση, με  τους  δίσκους  της  μουσικής
στων  ηρώων  μας  την  ανάσταση.
Jim  Morrisson, Janis  Choplin, Curt  Cobain αλλά  μάταια! Οι  γυναίκες  ποτέ
δεν  μας  χώρισαν. Δεν  μαλώσαμε  γι’αυτές  αν  και  μας  προδώσανε.
Το βάθος  του  κενού  που  βουτάμε  είναι  μεγάλο  και  άγνωστο. Το  σκοτάδι
δεν  αφήνει  να  χαράξει, να  φανεί  φωτεινό  επιτέλους  το  αύριο.


*από την καινούργια ποιητική συλλογή του Νίκου Βαρδάκα


Τίτλος: Στην μνήμη
Συγγραφέας: Νίκος Βαρδάκας
Επιμέλεια και διόρθωση κειμένου: Σωτήρης Αθηναίος
Τόπος και Χρονολογία πρώτης έκδοσης: Αθήνα, Νοέμβριος 2017
ISBN: 978-618-53022-3-8
Διάσταση σελίδας: 1 7x24cm
Γραμματοσειρά: MinioPro 12’
Χαρτί: Chamois 120gr
Εκδόσεις: 24γράμματα / Γιώργος Δαμιανός
                         http://www.24grammata.com/



Το Ποίημα της Εβδομάδας: Βlack Friday (μια κριτική στα καταναλωτικά ήθη και έθιμα), Ειρηναίος Μαράκης



Βlack Friday
(μια κριτική στα καταναλωτικά ήθη και έθιμα)

Francine Parker: What are they doing? Why do they come here?
Stephen: Some kind of instinct. Memory of what they used to do. This was an important place in their lives.

[Fran and Stephen are observing from the roof of the mall, Dawn Of The Dead (1978)]

στήσε το κορμάκι σου
στην ατέλειωτη ούρα του πολυκαταστήματος
κατανάλωσε, κατανάλωσε
αυτά που έχεις ήδη πληρώσει
τις ιδέες που σε έχουν προδώσει
που την ευημερία σου έταξαν
στήσε το κορμάκι σου
πάρε και μια ασπιρίνη
να περάσει ο πονοκέφαλος
αχ, πονάει η αναμονή
στην ατέλειωτη ουρά του πολυκαταστήματος
κατανάλωσε, κατανάλωσε
κάνε τσιγάρο
τοστάκι αγόρασε, ένα φρέντο καπουτσίνο
μην τολμήσεις να κοιμηθείς
και σου πάρουν τη σειρά
κρίμα θα είναι κι άδικο, αδερφέ μου
τέτοιες προσφορές μία στις χίλιες
ε, κι αν σε ποδοπατήσουν
πες πως το αίμα σου έδωσες, πάλι
στον βωμό της αγοράς
και για το επόμενο πολυκατάστημα
ξεκίνα, μην αργείς
κατανάλωσε, κατανάλωσε
το σπίτι σου χάρισε στις τράπεζες
το μισθό, την καρδιά σου
όταν θα πεθάνεις
επίγραμμα θα σου γράψουμε
πως πήγες ηρωικώς μαχόμενος
υπέρ της μαλακίας σου.


Ειρηναίος Μαράκης

Dawn of the Dead (1978) First Mall Scene 

https://www.youtube.com/watch?v=7zK_44APmbY

Dawn of the Dead Shopping Sequence 

https://www.youtube.com/watch?v=dyucU5rtIu8


Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Το Λογοτεχνία και Σκέψη διαβάζει: Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Βαβέλ - 7 μέρες Δημιουργίας και Καταστροφής, Anima Εκδοτική



III.

Δεν έμαθα ποτέ μου
να οδηγάω.
Ποτέ μου δεν κοίταξα
τον κόσμο κατά πρόσωπο.


Έτσι
αποστασιοποιημένος
πέρασα το μεγαλύτερο
μέρος της ζωής μου.


_____________________________________________________________
Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Βαβέλ - 7 μέρες Δημιουργίας και Καταστροφής
σειρά Άρωμα, Anima Εκδοτική (σελ. 15)

[νέα έκδοση] Σε κλειστά βιβλία, Ντέμης Κωνσταντινίδης, 24 γράμματα (δελτίο τύπου)

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Η ποιητική συλλογή ΣΕ ΚΛΕΙΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ του Ντέμη Κωνσταντινίδη, που κυκλοφορεί από τα 24 γράμματα, περιλαμβάνει τόσο πρώιμα ―σχεδόν εφηβικά― όσο και κατοπινά ποιήματα, κάποια μάλιστα πολύ πρόσφατα, που συγκεντρώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια από διάσπαρτα χειρόγραφα και δημοσιεύσεις. Με αυτήν την έννοια, αποτυπώνει μία πορεία αγωνιώδη και κοπιαστική, όχι όμως χωρίς τις απολαβές της συμφιλίωσης με την εσωτερική φωνή. Όσο κανείς προσέχει (κι όσο αντέχει), θ’ ανακαλύπτει στις σελίδες της, συν τω χρόνω, τον ενοποιητικό παράγοντα του τυχαίου. Προτείνεται, λοιπόν, η μη γραμμική ανάγνωσή της.


Τίτλος: Σε κλειστά βιβλία
Συγγραφέας: Ντέμης Κωνσταντινίδης
Επιμέλεια και διόρθωση κειμένου: Μαρία Καπετανάκη
Τόπος και Χρονολογία πρώτης έκδοσης: Αθήνα,  Νοέμβριος 2017
ISBN: 978-618-3022-4-5
Σελίδες: 136
Διάσταση σελίδας: 1 7×24cm
Γραμματοσειρά: Minion Pro, 12’
Χαρτί: Chamois 120gr
Εκδόσεις: 24γράμματα / Γιώργος Δαμιανός
Διευθύνσεις / Κεντρική Διάθεση:
α. Πεντέλης 25α και Αίαντος 2α, Βριλήσσια, 152 35
β. Ηρώων Πολυτεχνείου 8, Αγία Παρασκευή, 153 42
Τηλ.: +30 210 612 70 74, +30 210 600 87 50
Email: info@24grammata.com
Web site / e-shop: www. 24grammata.com
Copyright © 2017 24γράμματα


Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

Λάνθιμος ή όταν φτιάχνεις κινηματογράφο για τον... κινηματογράφο




Λάνθιμος: ο πιο ανούσιος, αδιάφορος, κουραστικός και βαρετός, νέος σκηνοθέτης. Με ενδιαφέρουσες, κατά περίπτωση, ιδέες αλλά με κακή εκτέλεση. Κατά βάθος ο Λάνθιμος φτιάχνει ένα κινηματογράφο που σκοπό έχει να προκαλέσει την υπομονή του θεατή και όχι την λογική ή το συναίσθημα του. Αυτό θα μπορούσε να είναι και καλό εάν δεν ήταν το μόνο που εστιάζει, με μια ενοχλητική εμμονή, ο σκηνοθέτης. Εντάξει, δεν ψυχαγωγούν οι ταινίες του, δεν είναι μπλοκμπάστερ (ευτυχώς, έχουμε ποικιλία από δαύτα), δεν είναι ένα ευτελές προϊόν αλλά όμως δεν προκαλούν και κανένα προβληματισμό πάρα μόνο σκόρπιες και επιφανειακές σκέψεις. Στην πραγματικότητα ο Λάνθιμος κάνει απλώς επίδειξη ύφους. Χωρίς μέτρο. Με λίγα λόγια κάνει, αυτό νιώθω, κινηματογράφο για τον... κινηματογράφο. Άντε, στην καλύτερη περίπτωση, κινηματογράφο που βγάζει στη φόρα τα απωθημένα και τις φοβίες μιας ορισμένης τάξης, της μικροαστικής, που όμως δεν ενδιαφέρουν όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους. Για να είμαι ειλικρινής προτιμώ σε αυτή την περίπτωση ένα καμένο μπλοκμπάστερ του Χόλυγουντ παρά μία φλύαρη ταινία, με δήθεν άποψη, χαρακτήρα και ταυτότητα που κατά βάθος δεν έχει να προσφέρει τίποτα παρά μόνο πρόσκαιρη αποχαύνωση με την επίφαση του κοινωνικού και του... σουρεαλιστικού... Αλλά αρέσει θα μου πείτε... Εδώ όμως ανοίγει μια άλλη συζήτηση...






Κινηματογράφος: Mother / Μητέρα, του Αρονόφσκι (2017)


#Mother 

Mother / Μητέρα, του Αρανόφσκι (2017)

Είδαμε, λοιπόν, και το Mother του Αρονόφσκι... Και τι είδαμε; Μια ταινία γεμάτη στους συμβολισμούς, που είναι τόσοι πολλοί που χωράνε και στην τσέπη σου, μπόλικη φλυαρία, αρκετή επίδειξη κινηματογραφικού ύφους, άπλετη αναπαραγωγή κοινωνικών, σεξιστικών, ιδεολογικών και φυσικά φιλμικών στερεότυπων, το ακατέργαστο, με την αρνητική έννοια, σχεδόν βίαιο και αφελές ανακάτεμα στοιχείων ψυχολογικού θρίλερ, δραματικής ταινίας και ιδεαλιστικής, επιφανειακής στην καλύτερη περίπτωση, κριτικής σε διάφορα κοινωνικά θέματα, με ψήγματα χιούμορ που δεν σε αγγίζει και με διάθεση, αν όχι φανερή πρόθεση, να περιέχει στοιχεία και από τον Χίτσκοκ και από τον Μπουνιουέλ και από τον Πολάνσκι, για να καταλήξει μια κακομαγειρεμένη και δυσκολοχώνευτη σούπα που χρειάζεσαι τόνους σόδας Tuborg, by appointment to the Royal Danish Court, για να χωνέψεις.

Τι άλλο να πει κανείς; Κρίμα για τον Αρονόφσκι, κρίμα για τους, κορυφαίους ομολογουμένως, ηθοποιούς που συμμετείχαν στην ταινία, που παρά τις φιλότιμες προσπάθειες τους, μοιάζουν κουρασμένοι και διεκπεραιωτικοί, κρίμα και για όσους/ες πλήρωσαν (και πληρώσαμε) για να την δούμε, κρίμα και γι' αυτούς που υπερασπίζονται ένα υποτιθέμενο κινηματογραφικό αριστούργημα που προσπέρασε την καλλιτεχνική επιτυχία αλλά που ξεσήκωσε πλήθος συζητήσεων τόσο για το θέμα του, όσο και για την ποιότητα του. Όπως να το δει κάνεις, έχει κι αυτό την σημασία του...


ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 4.5-5/10


Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Κινηματογράφος: Fast Comment για το Blade Runner 2049




Fast Comment για το Blade Runner 2049

Άψογη αισθητικά και εικαστικά, σκοτεινή και υγρή, με υπέροχα πλάνα που καθιστούν τον θεατή τμήμα του κινηματογραφικού περιβάλλοντος, με μια αργή αλλά και γι' αυτό αγωνιώδη αφήγηση, δίνοντας απαντήσεις σε ερωτήματα της πρωτότυπης ταινίας, με σοβαρές, στιβαρές και λιτές ερμηνείες, με έμφαση στους γυναικείους χαρακτήρες, μ' έναν αξιοπρεπέστατο Ράιαν Γκόσλινγκ ως το πρότυπο κάποιου που συνειδητοποιεί τα αδιέξοδα της ύπαρξης, με τον Χάρισον Φορντ στον ρόλο ενός ανθρώπου που ζει σ' ένα κίβδηλο παρελθόν, με εμβάθυνση στα αρχικά φιλοσοφικά και ψυχολογικά ερωτήματα και κοινωνικά ζητήματα της πρώτης ταινίας, με σκληρή, βίαιη, έντονη μουσική που δεν αφήνει σε ησυχία τον θεατή, με σαφέστατα πολιτικά, αντιρατσιστικά και οικολογικά μηνύματα, με μια σχεδόν αόρατη θρησκευτικότητα, δημιουργώντας μια δυστοπική εικόνα του όχι και τόσο μακρινού μέλλοντος, με αιχμηρές και διακριτές κρίσεις για τον τεχνολογικό πολιτισμό, την αστική ηθική, για την Αμερική του Τράμπ, για την αναγκαιότητα της συλλογικής και προσωπικής Επανάστασης και για την καπιταλιστική εκμετάλλευση της εποχής μας, το Blade Runner 2049 αποτελεί μία από τις κορυφαίες ταινίες του τύπου (σκεπτόμενου με σοβαρές αιτίες) μπλοκμπάστερ, όχι μόνο αυτής της χρονιάς αλλά και προηγούμενων, που κάθε σινεφίλ αξίζει να δει: ένα πολιτικό νουάρ, επιστημονικής φαντασίας και ταινία αγωνίας που αμφισβητεί κι αυτή ακόμα την... ιλουστρασιόν δυστοπία του πρώτου Blade Runner (ναι, οκ, το αναγνωρίζω, ξεπέρασα τα όρια, ε; ) που ενώ επιχειρεί μια εμφανέστατη σύνδεση με το κύμα λατρείας, κυρίως των Αμερικάνων για τη δεκαετία του '80, καταφέρνει τελικά να δημιουργήσει ένα σύγχρονο έπος, ένα ξεχωριστό κινηματογραφικό μυθιστόρημα. Μεγάλο μείον της ταινίας, ας το παραδεχτούν, η περιττή, γραφική στα όρια του γελοίου συμμετοχή του Τζάρεντ Λέτο στον ρόλο ενός χλωμού, χωρίς βάθος και λόγο ύπαρξης χαρακτήρα και το τετριμμένο χολυγουντιανό τέλος που όμως δεν βαραίνουν στο γενικό σύνολο.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 9/10



Ποιήματα που τώρα γράφονται: Φαλιμέντο [του Νίκου Βαρδάκα]



Φαλιμέντο

Άδολα, δίχως  φθόνο  και  με  περίσσιο  φόβο  ξεκίνησες
το  ταξίδι  σου  το  μεγαλύτερο  στο  φαλιμέντο . Μετάλαβες την
αδιαφορία, την  ασώματη  κυοφορία  του  ψέματος  της. Αργά, συνοπτικά
και  δίχως  βιασύνη  άρχισε  να  βραδιάζει.
Στο  νησί  του  πόθου, των  όμορφων  στιγμών  που  βιώσατε  οι  δυο  σας
έφθασες  πριν  λίγο. Συντεταγμένη  η  πομπή, των  αναμνήσεων  πορεύεται  ενώ  δεξιά
και  αριστερά  στέκονται  το  παρόν  και  το  μέλλον. Σε  κοιτάζουνε  βαθιά  στα  μάτια
εκεί  που  η  δύναμη  προσφέρει  την  θέση  στο  κενό.
Θεό  τον  βάφτισες, ως  άλλο  είδωλο απομυθοποίησες  το  πρόσωπο  της. Ζητάς  την  παρέα
του, την  ευμετάβλητη  κίνηση  του  μοιραίου. Ως  άτολμος  και  αναποφάσιστος
διακρίνεις  στο  έσχατο  του  χρόνου  το  όνομα  σου. Μοιάζει  μνημείο  λαξεμένο, με
τέχνη  που  το  κυπαρίσσι  σκιά  του  προσφέρει. Φαλιμέντο  ,ως  απάντηση  στα  γιατί
των  δόλιων  συνοδοιπόρων  σου.

Σε  περιμένει  το  φώς  στην  αυγή, ως  ένα  κλείσιμο  μεμιάς  των  βλεφάρων.

__________________________________________________________________
από την ποιητική συλλογή "Συναισθήματα"
γράφει ο ποιητής Νίκος Βαρδάκας  

Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017

Κινηματογράφος: It / το Αυτό, Α' μέρος (2017)


#films #reviews

Stephen King: IT Movie Α' μέρος (2017)

Μια πολύ ενδιαφέρουσα διαπίστωση σχετικά με τις ταινίες τρόμου των τελευταίων χρόνων (και ιδιαίτερα των ταινιών τρόμου αμερικάνικης παραγωγής) είναι ότι αδυνατούν να τρομάξουν τον θεατή ή ότι περιορίζονται σε κάποια jumpscare τα οποία είναι συνήθως αποτέλεσμα όχι του σεναρίου αλλά του τρόπου που αξιοποιείται η μουσική και η εικόνα. Είναι από τη μία η ανακύκλωση θεμάτων που έχουν χρησιμοποιηθεί πολλές φορές σε διάφορες ταινίες που δεν προκαλούν πλέον ενδιαφέρον (και φόβο) στον θεατή κι από την άλλη είναι η υπερπαραγωγή των σχετικών ταινιών που δημιουργούν και ορθά την εντύπωση πως όλα έχουν ειπωθεί και πως όλα έχουν προβληθεί στην μικρή και μεγάλη οθόνη. Δεν είναι παράλογο να το σκεφτεί κανείς, εάν απλώς συνυπολογίσουμε ότι ο κινηματογράφος, συνολικά αλλά και στο συγκεκριμένο είδος, έχει διανύσει χιλιόμετρα δημιουργώντας κι αναπαράγοντας ή και αξιοποιώντας διάφορα θέματα για να μας τρομάξει (και για να έχει τα αντίστοιχα έσοδα), φτάνοντας πλέον σ' ένα αδιέξοδο όπου μία ταινία τρόμου για να πετύχει εστιάζει στο στήσιμο της και όχι στην υπόθεση.

Αλλά ακόμα και στο στήσιμο ενώ τα μέσα έχουν εξελιχθεί, αυτό που λείπει είναι οι ιδέες - εκείνες οι ιδέες που θα σου κάνουν μια άλφα ή βήτα εντύπωση αντί να πεις την κλισέ φράση "πως αυτό το ήξερα ρε, αμέσως το κατάλαβα..." Φυσικά, σε όλα τα παραπάνω υπάρχουν εξαιρέσεις, όπως πρέπει να είναι σαφές ότι δεν μπορείς πάντα να ξεφεύγεις από τα κλισέ ενός είδους εφόσον αυτά αποτελούν ακριβώς το συστατικό του στοιχείο. Σε αυτή την περίπτωση, την ευθύνη για την ορθή ή την μετρημένη χρήση την αναλαμβάνουν ο σκηνοθέτης κι ο σεναριογράφος.

Κι αυτό είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο χώρος των ταινιών τρόμου σήμερα που αντιμετώπισε και η, κινηματογραφικά πρώτη, μεταφορά του It. Πραγματικά, με το It δεν τρομάζεις: αφενός δεν έχει φτιαχτεί για να τρομάξει (έτσι κι αλλιώς το τι σημαίνει "τρομάζω" είναι σχετικό ενώ περισσότερο τρομακτικές είναι οι σκηνές με τους περιθωριακούς κινδύνους που προκαλεί το Αυτό παρά το ίδιο) κι αφετέρου η σκηνοθεσία έχοντας επίγνωση των παραπάνω προβλημάτων προτίμησε να δημιουργήσει μια ταινία που (θα) αποτελεί μία ταινία επιβίωσης και ενηλικίωσης, ένα ύμνο στην φιλία που δεν αποτελεί κάτι το ιδεατό αλλά που συνειδητοποιείται και φυτρώνει μέσα από σκληρές συνθήκες και ιδιαίτερα γεγονότα, εμπεριέχοντας στοιχεία χιούμορ (σε πολύ σωστές δόσεις) αλλά και δραματικότητας αναδεικνύοντας, ως ένα βαθμό, ότι ο πραγματικός κίνδυνος δεν είναι το Αυτό αλλά η ίδια, η μίζερη, φοβική, μικροαστική κοινωνία του Ντέρι που στην αγωνία της να μην κατονομάζει το πρόσωπό του Φόβου καταλήγει να του δίνει με τις πράξεις της απεριόριστο χώρο στην ανάπτυξη του. Κι ο Φόβος εδώ είναι η ενδοοικογενειακή βία, η επιθυμία της οικογένειας να μιμηθεί το παιδί τα οικογενειακά πρότυπα, το μπούλινγκ, η σεξιστική βία και η αιμομιξία, ο ρατσισμός κάθε είδους και άλλα πολλά ακόμα. Αλλά εάν το καλοσκεφτεί κάνεις, αυτό ακριβώς δεν είναι και το βασικό θέμα του βιβλίου του Στίβεν Κινγκ όπου αποτελεί μεταφορά;

ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΚΑΛΗ ΙΣΤΟΡΙΑ 

Όπως και στο βιβλίο, έτσι και στην ταινία, αυτό είναι το βασικό, μπορούμε να πούμε, διακύβευμα, όπως και σε αρκετά έργα, αν όχι σε όλα, του Στίβεν Κινγκ: η κοινωνική κριτική της λευκής, συντηρητικής Αμερικής μέσα από το πρόσχημα του μεταφυσικού φόβου. Μην περιμένετε βέβαια κάποιο κοινωνικό ή... κομμουνιστικό μανιφέστο στην ταινία, αυτά είναι για άλλα είδη και άλλες, οπωσδήποτε χρήσιμες, κινηματογραφικές λογικές - εδώ αρκεί μία εικόνα, μία φράση, ένας υπαινιγμός για να μπει στο κλίμα ο θεατής, για να αντιληφθεί την πραγματικότητα και το βάθος της ταινίας.

Μην ξεχνάμε, ότι το It έχει σκοπό να μας πει μια ιστορία: ούτε να μας συγκινήσει επιθυμεί (αν και το πετυχαίνει), ούτε να μας διαμορφώσει κοινωνικά αλλά να μας οδηγήσει σ' ένα (νοσταλγικό, γιατί όχι) ταξίδι μέσα σε μια περιπέτεια όπου θα ταυτιστούμε πολύ πιθανά με τους ήρωες - δεν είναι τυχαίο ότι οι πρωταγωνιστές εκφράζουν ο καθένας κι από ένα τύπο χαρακτήρα ή παράλληλα και μία εθνοτική, θρησκευτική ή κοινωνική ομάδα, που βρίσκεται στο περιθώριο και την απομόνωση όπως ο γιος του Ραβίνου, ο νεοφερμένος μαθητής που βρίσκει παρηγοριά στο διάβασμα, ο μικρός Μαύρος που οι γονείς του δολοφονήθηκαν, η κοπέλα που εκμεταλλεύεται σεξουαλικά ο πα-τέρας της... Κι είναι μια ιστορία πολύ καλά ειπωμένη, η οποία έχοντας, επαναλαμβάνω, επίγνωση των πολυχρησιμοποιημένων κλισέ του είδους χρησιμοποιεί με κάποια νοσταλγική διάθεση τα ειδικά εφέ και τις στιγμές της ταινίας (πχ την δολοφονία του Τζόρτζι από το Αυτό στην αρχή της ταινίας), οι οποίες σου δίνουν μια αίσθηση ότι παρακολουθείς ένα θρίλερ από την δεκαετία του '90, χωρίς την αφέλεια ή και γελοιότητα, αν θέλετε κάποιων προσπαθειών εκείνων των ετών, παραμένοντας όμως σκοτεινή (και εικαστικά και στο θέμα της και σε όλα), έχοντας επίσης διάφορες όχι πολλές είναι η αλήθεια, ούτε αξιομνημόνευτες αλλά σίγουρα αξιοπρεπέστατες σκηνές αγωνίας και... ξεπετάγματος στην πολυθρόνα. 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Είναι μία ταινία που μπορεί να γίνει cult και που το BookS • ComicS • CinemA Reviews προτείνει να δείτε προσέχοντας μόνο:
1) ότι το IT δεν πρέπει να συγκριθεί με την τηλεοπτική (και αρχετυπική) μεταφορά του 1990 2α) δεν πέφτει στην παγίδα να φτιάξει μία "τρομακτική" ταινία ενώ 2β) πέρα από τα υπαρκτά προβλήματα το βέβαιο είναι ότι δεν είναι τρομακτικές όλες οι ταινίες τρόμου όπως δεν είναι κι όλες οι κωμωδίες... κωμικές και 3) ότι η ταινία εάν ειδωθεί κάτω από ένα προκατειλημμένο βλέμμα και με αυξημένες προσδοκίες για μία υπερταινία τρόμου και αγωνίας που θα αφήσει εποχή το αποτέλεσμα θα είναι η απογοήτευση και ο χλευασμός όπως διάφοροι "έξυπνοι" έπραξαν χθες βράδυ στο σινεμά Ελληνίς στα Χανιά χειροκροτώντας ειρωνικά μετά το τέλος της ταινίας... "Είναι κι αυτή μια... (κριτική) στάσις. Νοιώθεται".

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 7.5-8/10