Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

Το Λογοτεχνία και Σκέψη διαβάζει: ποίηση του Γιώργου Μπίμη

Το Λογοτεχνία και Σκέψη διαβάζει:

τις ποιητικές συλλογές του Γιώργου Μπίμη
• Μνήμες της Πέτρας και της Σιωπής (http://go.shr.lc/2wBNpuy
• Τα Λυρικά 
• Ο Χρόνος και οι πληγές





Rip it out! (μικρό σχόλιο περί ποίησης)




Η ποίηση, η τέχνη γενικότερα, δεν φτιάχνεται με τον χάρακα, δεν είναι μαθηματική εξίσωση, δεν (πρέπει να) υπακούει σε εξωποιητικούς κανόνες, δεν είναι μόνο τεχνική, είναι σύγκρουση, είναι πειραματισμός, είναι μια άσκηση πέρα από τα καθιερωμένα, είναι έκφραση που πρέπει να ανήκει σε όλους/ες.

H ποίηση, από τη φύση της, δεν υπακούει σε τεχνικούς κανόνες που ενώ παρουσιάζονται ως καθολικοί, αδέσμευτοι νόμοι, στην πραγματικότητα αναπαράγουν την κυρίαρχη άποψη για τη θέαση και τη μη κατανόηση της πολιτικής και πολιτιστικής πραγματικότητας, γιατί η ποίηση είναι δημιουργία, γιατί η ποίηση ανήκει σε όλους τους ανθρώπους και όχι σε εκείνους τους λόγιους που βρίσκουν στον... μοντερνισμό την αιτία για όλα τα προβλήματα του κόσμου...

Ας το έχουμε καθαρό μέσα στο μυαλό μας πως ο μοντερνισμός και τα κινήματα της πρωτοπορίας (και της ρωσικής) ήταν και είναι ένα κίνημα που αμφισβήτησε (κάποιες φορές επαναπροσδιόρισε κιόλας αλλά στην παρακμή του) τον πολιτισμό και τις επικρατούσες ιδέες της βιομηχανικής κοινωνίας, τις παραδοσιακές αξίες και όλα όσα προκαθόριζαν μια στάση ζωής.

Η συνείδηση ή η ύπαρξη εάν θέλετε και η αλλοτρίωση της απασχόλησαν τους μοντερνιστές σε σχέση με την τέχνη και άλλα θέματα. Έχοντας αυτό ως κρατούμενο καταλαβαίνουμε ότι η στοχοποίηση, αν μπορούμε να την πούμε έτσι - ίσως είναι μόνο μια εμμονή, του μοντερνισμού και των εναλλακτικών τεχνικών/μορφών έκφρασης (εκατό και πλέον χρόνια από την εμφάνιση τους) έχει συντηρητική βάση και στην ουσία αναπαράγει όλα όσα θέλησε να αλλάξει αυτό το κίνημα. 





Το τραγούδι του μήνα #1: Istanbul (Not Constantinople)



Επιλογή – επιμέλεια: Ειρηναίος Μαράκης //


Το «Istanbul (Not Constantinople)» ηχογραφήθηκε επισήμως στις 12 Αυγούστου 1953 από το αμερικάνικο (κατ' άλλους, καναδέζικο) συγκρότημα The Four Lads και από την γνωστή δισκογραφική εταιρεία Columbia Records. Έφτασε μέχρι τη 10η θέση του Billboard και στις 24 Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Αποτέλεσε τη χρυσή επιτυχία του συγκροτήματος. Αναφέρεται στη μετονομασία της Κωνσταντινούπολης σε Istanbul, όπως μετονομάστηκε επίσημα από την Τουρκική Δημοκρατία στις 28 Μαρτίου του 1930. Γνωστή στο ευρύ κοινό είναι η διασκευή του τραγουδιού από το συγκρότημα των They Might Be Giants αλλά εμείς θα ακούσουμε την διασκευή του Όσκαρ Μαρσέλο Αλεμάν (20/2/1909 -- 14/10/1980) Αργεντινού τζαζ κιθαρίστα, τραγουδιστή, χορευτή και διασκεδαστή. Το κομμάτι που ακολουθεί είναι, ίσως, η καλύτερη διασκευή του ομώνυμου τραγουδιού ενώ παραθέτουμε και την πρωτότυπη μορφή του τραγουδιού.








Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Ρότζερ Μουρ: ένας κορυφαίος Τζέιμς Μποντ



Ρότζερ Μουρ: ένας κορυφαίος Τζέιμς Μποντ 
Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης 

Ο Τζωρτζ Λέιζενμπι ήταν ο πιο ανθρώπινος, συναισθηματικός κι αντισυμβατικός Τζέιμς Μποντ γι' αυτό και δεν συνέχισε σε δεύτερη ταινία. Το να πενθείς για την αγαπημένη σου που δολοφόνησαν τα τέκνα του Ερνστ Μπλόφελντ αντί να τους εκδικηθείς, όπως επέβαλαν (κι επιβάλλουν) τα πρότυπα της εποχής, ήταν προβληματικό, πως να το κάνουμε• ακόμα θυμάμαι την αγωνία μου για το πότε θα κυνηγήσει ο Μποντ τους κακούς μέχρι που έπεσαν οι τίτλοι του τέλους. Απογοητεύτηκα, για να είμαι ειλικρινής. Έπρεπε να γεράσω, κι είμαι μόλις τριάντα, για να αντιληφθώ τη διαφορά. 

Ο Σον Κόνερι ήταν το πρότυπο του (γοητευτικού και σούπερ αρρενωπού) ήρωα που έχει την άδεια να σκοτώνει κι ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία της βασίλισσας• έκφρασε με τον καλύτερο τρόπο αφενός την νοσταλγία (και το κόμπλεξ) της παλιάς βρετανικής αυτοκρατορίας που έχασε τα ιμπεριαλιστικά της πρωτεία από μια πρώην αποικία της κι αφετέρου την κλιμάκωση των ψυχροπολεμικών ανταγωνισμών. 

Ο Πιρς Μπρόσναν ήταν ο καλύτερος Τζέιμς Μποντ, σε όλα τα επίπεδα, νοσταλγός και τελευταίος προφήτης μιας εποχή που υποτίθεται ότι πέρασε στην ιστορία (κάπου εδώ ο Μαρξ γελάει ηχηρά κι ο Φουκουγιάμα κρύβει το πρόσωπό του με τρεμάμενα χέρια), τον έφαγε όμως η (κινηματογραφική) (υπερ)αξιοποίηση της τεχνολογίας • ήταν επίσης η εποχή που το θέαμα διεκδικούσε πιο βρώμικα πρότυπα ήρωα, πάει να πει πιο αμερικάνικα, ο Κάλαχαν κι ο Μπρους Γουίλις απλά έτρωγαν τον Πιρς για πρωινό... 

Ο Τίμοθι Ντάλτον, κάτι ανάμεσα σε Κόνερι και Μπρόσναν αλλά με δική του επιφάνεια χάθηκε ανάμεσα στις συγκρίσεις• ακόμα και σε αυτό το σημείωμα. 

Ο Ντάνιελ Γκρεγκ είναι ο πιο όμορφος-άσχημος της σειράς είναι ο πιο κυνικός, ο πιο δολοφονικός, ο πιο μετροσέξοαλ Μποντ απ' όλους• το μόνο καλό είναι πως έφαγε και λίγο ξύλο από αντίπαλο, μα κι αυτό ήταν στα πλαίσια μιας κάποιας (εμπορικής απαίτησης) για αληθινές συνθήκες δράσης. 

Αλλά ο κορυφαίος, όχι απλά ο καλύτερος, κι ο πιο πετυχημένος (για μένα, εννοείται για μένα) Τζέιμς Μποντ ήταν ο Άγιος Ρότζερ Μουρ που έφυγε από τη ζωή σήμερα: μια καλτ, αστεία αλλά όχι γελοία φιγούρα ήρωα, ιδανική τόσο στην μορφή, όσο και στο στυλ, που αντιμετώπιζε με το ίδιο πάντα, αριστοκρατικό, βρετανικό φλεγματικό χιούμορ (δηλαδή με ένα συνδυασμό αναγεννησιακού μειδιάματος, ιμπεριαλιστικής υπεροψίας, βρετανικής καχυποψίας κι αντρικής ηλιθιότητας) είτε ένα ταξίδι του στο διάστημα, είτε τα σαγόνια του... Σαγόνια, είτε τις σφαίρες των Ρώσων, είτε τον θάνατο της γυναίκας του, προσφέροντας σ' έναν ξαφνιασμένο παραθεριστή και εκείνο το ψαράκι που αλίευσε ύστερα από ένα υποθαλάσσιο κυνήγι με το αυτοκίνητο-υποβρύχιο του• ήταν δηλαδή ένας αυθεντικός κόμικ ήρωας που ενώ από την μία αποδομούσε, μέσω του γέλιου, το πρότυπο του ήρωα που έχει την άδεια να σκοτώνει, από την άλλη χάριζε ένα πιο ανθρώπινο, και γι' αυτό πιο επικίνδυνο, πρόσωπο (και άλλοθι) στο πρόσωπο του Μποντ, δηλαδή στο πρόσωπο της καταπίεσης. Αλλά πρόσφερε και μια γνήσια, όχι ανόθευτη αλλά οπωσδήποτε απολαυστική, κινηματογραφική διασκέδαση.
Γι ' αυτό και μόνο θα μείνει στην κινηματογραφική ιστορία, μαζί με τον Άγιο και τον Μπρετ Σίνκλαιρ τους άλλους ρόλους του που επίσης τον καταξίωσαν κι αν το φέρει κάποτε η τύχη κι η ιστορία να γράψουμε γι'  αυτούς. 

Καλό ταξίδι, Ρότζερ...

http://www.gazzetta.gr/plus/article/1087751/pethane-o-rotzer-moyr

Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Ἀλέκος Παναγούλης - Ὑπόσχεση



Ἀλέκος Παναγούλης - Ὑπόσχεση


Τὰ δάκρυα ποὺ στὰ μάτια μας
θὰ δεῖτε ν᾿ ἀναβρύζουν
ποτὲ μὴν τὰ πιστέψετε
ἀπελπισιᾶς σημάδια.

Ὑπόσχεση εἶναι μοναχὰ
γι᾿ Ἀγώνα ὑπόσχεση. 

~ ~

Γραμμένο στὴν ἀπομόνωση στὸ Μπογιάτι, τὸν Φλεβάρη τοῦ 1972. «Γράφτηκε -σημειώνει ὁ ποιητὴς- ὄχι γιὰ νὰ δικαιολογήσει τὰ δάκρυα ποὺ ὁ πόνος καὶ ἡ ὀργὴ ἀνέβαζαν στὰ μάτια,
μὰ γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσει μιὰ ἀπόφαση.
Ἁπλοϊκὰ γραμμένο ἴσως, μὰ εἶναι ἕνας ὅρκος» - Τὰ ποιήματα - ἐκδόσεις Παπαζήση.

~ ~

Ἀλέξανδρος Παναγούλης (1939 - Πρωτομαγιὰ 1976): πολιτικὸς ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, ἀγωνιστὴς κατὰ τῆς δικτατορίας 1967-1974.

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/alekos_panagoulis_poems.htm

Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Αφιέρωμα: Μαρία Πολυδούρη (1902 - 1930)




Αφιέρωμα στην Μαρία Πολυδούρη 

Η Μαρία Πολυδούρη ήταν ποιήτρια της νεορομαντικής σχολής από την Καλαμάτα.

Βιογραφικό σημείωμα 
Γεννήθηκε την 1η Απριλίου του 1902 και ήταν κόρη του φιλόλογου Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής Μαρκάτου, μιας γυναίκας με πρώιμες φεμινιστικές ανησυχίες. Ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές της σπουδές στην Καλαμάτα, αφού προηγουμένως είχε φοιτήσει σε σχολεία του Γυθείου και των Φιλιατρών.
Στα γράμματα εμφανίζεται σε ηλικία 14 ετών, με το πεζοτράγουδο «Ο πόνος της μάνας». Αναφέρεται στο θάνατο ενός ναυτικού, τον οποίον ξέβρασαν τα κύματα στις ακτές των Φιλιατρών και είναι επηρεασμένο από τα μανιάτικα μοιρολόγια που άκουγε στο Γύθειο. Σε ηλικία 16 ετών διορίζεται στη Νομαρχία Μεσσηνίας, κατόπιν διαγωνισμού και παράλληλα εκδηλώνει ζωηρό ενδιαφέρον για το γυναικείο ζήτημα. Το 1920 χάνει, σε διάστημα σαράντα ημερών, τον πατέρα και τη μητέρα της.
Το 1921 μετατίθεται στη Νομαρχία Αθηνών και παράλληλα εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην υπηρεσία της θα γνωρίσει τον συνάδελφο και ομότεχνό της Κώστα Καρυωτάκη και μεταξύ τους θα αναπτυχθεί ένας σφοδρός έρωτας, που θα κρατήσει λίγο, αλλά θα παίξει καθοριστικό ρόλο στη ζωή και το έργο της.
Συναντήθηκαν για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1922, όταν η Πολυδούρη ήταν 20 χρονών και ο Καρυωτάκης 26. Εκείνη είχε δημοσιεύσει κάποια πρωτόλεια ποιήματα, εκείνος είχε εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, τον «Πόνο των ανθρώπων και των πραμάτων» (1919) και τα «Νηπενθή» (1921), και είχε ήδη κατακτήσει την εκτίμηση ορισμένων κριτικών και ομοτέχνων του. 
Το καλοκαίρι του 1922 ο Καρυωτάκης μαθαίνει ότι έχει προσβληθεί από σύφιλη, νόσημα τότε ανίατο και κοινωνικά στιγματισμένο. Το ανακοινώνει πρώτα στην αγαπημένη του και της ζητά να χωρίσουν. Εκείνη, του προτείνει να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά, αλλά ο Καρυωτάκης είναι πολύ περήφανος για να δεχθεί τη θυσία της. Εκείνη πάλι αμφιβάλλει για την ειλικρίνειά του, νομίζει ότι η αρρώστια του είναι πρόφαση για να την απομακρύνει από κοντά του.
Στη διάρκεια του 1924 μπαίνει στη ζωή της ο δικηγόρος Αριστοτέλης Γεωργίου, άρτι αφιχθείς εκ Παρισίων. Είναι νεαρός, ωραίος και πλούσιος. Θα τον αρραβωνιαστεί στις αρχές του 1925, αν και στην καρδιά της σιγοκαίει ο έρωτάς της για τον Καρυωτάκη.
Παρά την αφοσίωση του αρραβωνιαστικού της, η Μαρία Πολυδούρη δείχνει να μην μπορεί να συγκεντρωθεί σοβαρά σε καμιά δραστηριότητα. Χάνει τη δουλειά της στο Δημόσιο από τις αλλεπάλληλες απουσίες της κι εγκαταλείπει τη Νομική. Φοιτά στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, προλαβαίνει μάλιστα να εμφανισθεί ως ηθοποιός σε μία παράσταση.
Το καλοκαίρι του 1926 διαλύει τον αρραβώνα της και φεύγει στο Παρίσι. Σπουδάζει ραπτική, αλλά δεν κατορθώνει να εργαστεί, επειδή προσβάλλεται από φυματίωση. Επιστρέφει στην Αθήνα και συνεχίζει τη νοσηλεία της στο νοσοκομείο «Σωτηρία», όπου μαθαίνει για την αυτοκτονία του πρώην εραστή της Κώστα Καρυωτάκη. Τον ίδιο χρόνο κυκλοφορεί την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Οι τρίλλιες που σβήνουν» και το 1929 τη δεύτερη, με τίτλο «Ηχώ στο Χάος». Η φυματίωση τελικά θα την καταβάλει και θα αφήσει την τελευταία της πνοή στην Κλινική Χριστομάνου τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου 1930.
Η ποίηση της Πολυδούρη 
Η Μαρία Πολυδούρη ανήκει στη λογοτεχνική γενιά του '20, που καλλιέργησε το αίσθημα του ανικανοποίητου και της παρακμής. Ο έρωτας και ο θάνατος είναι οι δύο άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ποίησή της. Είναι μεστή από πηγαίο λυρισμό που ξεσπά σε βαθιά θλίψη και κάποτε σε σπαραγμό, με εμφανείς τις επιδράσεις από τον Καρυωτάκη και τα μανιάτικα μοιρολόγια. Οι συναισθηματικές και συγκινησιακές εξάρσεις της Πολυδούρη καλύπτουν κάποιες φορές τις τεχνικές αδυναμίες και της στιχουργικές ευκολίες της ποίησής της. Η Μαρία Πολυδούρη άφησε και δύο πεζά έργα: Το «Ημερολόγιο» της και μια ατιτλοφόρητη νουβέλα, με την οποία ανελέητα σαρκάζει το συντηρητισμό και την υποκρισία της εποχής της.
Τα «Άπαντα» της Μαρίας Πολυδούρη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Αστάρτη», σε επιμέλεια Τάκη Μενδράκου. Ο συγγραφέας και ποιητής Κωστής Γκιμοσούλης έγραψε μία μυθιστορηματική βιογραφία της Μαρίας Πολυδούρη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κέδρος» με τον τίτλο «Βρέχει Φως». Ποιήματά της έχουν μελοποιήσει έλληνες συνθέτες «κλασικοί», «έντεχνοι» και «ροκ». Ενδεικτικά αναφέρουμε τους Μενέλαο Παλλάντιο, Κωστή Κριτσωτάκη, Νίκο Μαμαγκάκη, Γιάννη Σπανό, Νότη Μαυρουδή, Δημήτρη Παπαδημητρίου, Μιχάλη Κουμπιό, Στέλιο Μποτωνάκη και το συγκρότημα «Πληνθέτες».
Η Λίλη Ζωγράφου για την ποιήτρια 
«Η Μαρία δραπετεύει από παντού. Από το σπίτι της, από τον έρωτα, από τη δουλειά της, από την Ελλάδα, από τα νοσοκομεία, από την παραδοσιακή ποίηση κι από την ίδια τη ζωή. Υπερτιμά τις δυνάμεις της, γιατί δεν τις διαχωρίζει από τις ανησυχίες της, που ’ναι ακατάλυτες. Ενώ η ίδια αισθάνεται πως ζει πολύ σοβαρά και με πάθος, εμείς, παρακολουθώντας τη ζωή της, έχομε την εντύπωση ότι παίζει, διασκεδάζει, βαριέται και φεύγει», γράφει για αυτήν η Λιλή Ζωγράφου.
Και ίσως αυτά τα λόγια της Ζωγράφου να συνοψίζουν καλύτερα από κάθε τι άλλο που έχει ειπωθεί ή γραφτεί για αυτήν, τον πυρήνα του χαρακτήρα και της προσωπικότητα της, που δεν είναι άλλος από την έννοια της ελευθερίας.



Ποιήματα (επιλογή) 
ΤΟΥ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ 
«Οἱ νέοι ποὺ φτάσανε μαζὶ στὸ ἔρμο νησί» μὲ σένα
κάποια βραδιὰ μετρήθηκαν κ᾿ ηὖραν ἐσὺ νὰ λείπης.
Τὰ μάτια τους κοιτάχτηκαν τότε, χωρὶς κανένα
ρώτημα, μόνο ἐκίνησαν τὶς κεφαλὲς τῆς λύπης.
Νύχτες πολλές, θυμήθηκαν, ἀπὸ τὴ μόνωσή σου
ἕνα σημεῖο ἀπὸ φωτιὰ τοὺς ἔστελνες, γνωρίζαν
τὸ θλιβερὸ χαιρέτισμα ποὺ φώταε τῆς ἀβύσσου
τοὺς δρόμους κι᾿ ὅλοι ἀπόμεναν στὸν τόπο τους ποὺ ὁρίζαν.
Ἀπόμεναν στὴν ἴδια τους πικρία, κρεμασμένοι
ἔτσι μοιραῖα καὶ θλιβερὰ στὸ «βράχο» τοῦ κινδύνου.
Κι᾿ ὅταν πιὰ τοὺς χαιρέτισες, οἱ αἰώνια ἀπελπισμένοι
ψάλαν μαζὶ κάποια στροφὴ καθιερωμένου θρήνου.
Μὰ φτάνουν πάντα στὸ «νησί» τὰ νέα παιδιὰ ὁλοένα.
Στὴν ἄδεια θέση σου ζητοῦν τῆς ζωῆς τὸ ἐλεγεῖο.
Σοῦ φέρνουνε στὰ μάτια τους δυὸ δάκρυα παρθένα
καὶ τῆς καινούργιας σου Ἐποχῆς τὸ πλαστικὸ ἐκμαγεῖο.
[ΑΝΑΜΕΣΑ Σ' ΟΛΑΝΘΙΣΤΕΣ ΒΑΤΙΕΣ...]
Ἀνάμεσα σ᾿ ὁλάνθιστες βατιὲς
χαρούμενα πουλάκια ποὺ πηδοῦν
ἀθόρυβα-τῆς εὐτυχίας ματιές-
τ᾿ ἀσημωτὰ νερὰ λαμποκοποῦν
τοῦ ποταμοῦ- χαρὰ τῆς λαγκαδιᾶς
καὶ βιαστικὰ πηγαίνουν καὶ περνοῦν
στὴν ἄβυσσο νὰ πέσουνε μὲ μιᾶς,
νὰ πέσουν νὰ χαθοῦν!
[ΤΟ ΔΑΣΟΣ...]
Τὸ Δάσος, κοίτα, ἀπόγυρε
στῆς Νύχτας τὴν ἀγκάλη.
Μύρο ἀποπνέει μεθυστικό,
στενάζει μὲ τὸ ἀηδόνι.
Τὸ φεγγαράκι πάνω του
περίεργο προβάλλει
καὶ στὸν καθρέφτη τοῦ ρυακιοῦ
τὰ μάγια του ξαπλώνει.
ΟΝΕΙΡΟ 
Ἄνθη μάζευα γιὰ σένα
στὸ βουνὸ ποὺ τριγυρνοῦσα.
Χίλια ἀγκάθια τὸ καθένα
κι᾿ ὅπως τἄσφιγγα πονοῦσα.
Νὰ περάσης καρτεροῦσα
στὸ βορηὰ τὸν παγωμένο
καὶ τὸ δῶρο μου κρατοῦσα
μὲ λαχτάρα φυλαγμένο
στὴ θερμὴ τὴν ἀγκαλιά μου.
Ὅλο κοίταζα στὰ μάκρη.
Ἡ λαχτάρα στὴν καρδιά μου
καὶ στὰ μάτια μου τὸ δάκρι.
Μέσ᾿ στὸν πόθο μου δὲν εἶδα
μαύρη ἡ Νύχτα νὰ σιμώνη
κ᾿ ἔκλαψα χωρὶς ἐλπίδα
ποὺ δὲ στἄχα φέρει μόνη.
ΛΗΣΜΟΝΙΑ 
Μ᾿ ἐρωτευμένη τὴν καρδιὰ σὲ γνώρισα ἄγριο Δάσο.
Ἔπινα στὸ ἀεροφίλημα τὴ μυστικὴ εὐωδιά σου.
Πρόσμενα μὲ τὸ ξάστερο σκοτάδι νὰ περάσω,
ὅταν τ᾿ ἀερινὸ στοιχιὸ περνοῦσε στὰ κλαδιά σου.
Σὲ γνώρισα σ᾿ ἐρωτικὲς νύχτες ρυτιδωμένη
θάλασσα σὰν τὸ μέτωπο τῆς συλλογῆς, περνοῦσε
πάνω σου χάδι ἡ σκέψη μου καὶ πάντα ἡ ἀνθισμένη
ἄκρη σου μὲ τὰ εὐωδιαστὰ φύκια μὲ προσκαλοῦσε.
Σᾶς γνώρισαν οἱ ἐρωτικὲς νύχτες μου ὡραῖα λουλούδια,
διάφανα, ἀχνά, πολύχρωμα, σὰ φωτεινὰ σημάδια.
Βαριὰ ἡ δροσιὰ σὰ φίλημα καὶ ξεχυνόνταν χνούδια
χρυσὰ ᾿πό τὰ σμιγμένα σας βλέφαρα στὰ σκοτάδια.
Τώρα στὸ φῶς τῆς ἀρνησιᾶς δομένα, ἔτσι ἀλλαγμένα
μοῦ δείχνεσθε, στὴ συλλογὴ τὸ νοῦ μου πάω νὰ χάσω.
Τάχα εἶστε σεῖς ποὺ γνώρισα; Σεῖς εἶστε ἀγαπημένα
λουλούδια, θάλασσα ἀργυρή, πυκνὸ τῶν πεύκων Δάσο;
...
...
ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ
Ἀκούω τὴ γλώσσα ποὺ λαλοῦν τὰ δυό σου χέρια-ὦ χέρια!
καθὼς σιγοσαλεύουνε λευκά,
στὸν Πύργο τῆς ἀπελπισιᾶς κρυμμένα περιστέρια
ἀπὸ μακριὰ τὰ ξαγναντῶ, σύμβολα εἰρηνικά.
Μιλοῦνε, δὲ μιλοῦν; Ἀχεῖ βαθιὰ μέσ᾿ στὴν καρδιά μου
χαιρέτισμα ἑνὸς ρόδου στοὺς γκρεμούς.
Λάμπουν, δὲ λάμπουνε; Τραβάει μαγνήτης τὴ ματιά μου,
ἀνατολὴ τοῦ αὐγερινοῦ στοὺς σκοτεινοὺς χαμούς.
Ξανοίγω τὴν ἀγνώριστην ἀγάπη μου κλεισμένη
στὸ κρίνο τῶν μπλεγμένων σου χεριῶν
καὶ πλέκω τὄνειρο γλυκό. Μὴ μὲ κοιτᾶς, πληθαίνει
στὴ σκοτεινιὰ τὸ χρυσὸ φῶς τῶν πλάνων ἀστεριῶν.

Πηγές
1) https://www.sansimera.gr/biographies/245


Επιμέλεια - επιλογή ποιημάτων: Ειρηναίος Μαράκης