Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Δύο ποιήματα του Ντέμη Κωνσταντινίδη από την ποιητική συλλογή "Περίπολος για τους εναπομείναντες"



Δύο ποιήματα του Ντέμη Κωνσταντινίδη θα αναρτήσουμε σήμερα από την ποιητική συλλογή "Περίπολος για τους εναπομείναντες" (εκδόσεις 24 γράμματα, σειρά "εν καινώ", Θεσσαλονίκη 2016) που έχουμε στα χέρια μας και που σύντομα θα παρουσιάσουμε στο περιοδικό Ατέχνως. Μείνετε συντονισμένοι:

ΣΥΝΕΧΕΙΑ 

I

Ο Μάρτης έκαψε τα τελευταία ξύλα.
Με τον Απρίλη γέρνουν κι οι βροχές
Πάνω απ' το κούτσουρο του Ιούδα. 


II

Σταχτιά οχιά ζυγώνει το μπατζάκι.
Παντού στη ράχη φέγγουν τεθλασμένες.
Κοιμόταν όλο το χειμώνα μες στην πέτρα. 


III

Καμπάνες από τα χωριά του κάμπου
Και στολισμένοι επιτάφιοι διαβαίνουν
Στα τρίστρατα νεράιδες να ξορκίσουν. 


IV

Οι πρόγονοι γυρίζουν μες στις κάσες
Κι είν' όλη η φύση συνεννοημένη
Ν' ανθίσουν στη λεωφόρο οι παπαρούνες. 



ΑΝΟΙΞΗ

Χαμένος κόπος, δε με ξεγελάς.
Τον Μάρτη σου, τον ψεύτικον Απρίλη
δε νιώθω παρά οφθαλμαπάτες.
Μαινάδα εσύ υπέροχη, ολοπόρφυρη,
παλιά πουτάνα στο κουρμπέτι,
όμως ξεχνάς: Έχω θητεία στα λόγια…

Σπύρος Ζαχαράτος, ΄Ένα τραγούδι και ένα ποίημα



   Ο Σπύρος Ζαχαράτος, με καταγωγή από την Κεφαλλονιά, είναι ένας ιδιαίτερος ποιητής και στιχουργός. Αιχμηρός, λυρικός και πάντα επίκαιρος, με έργα που εκφράζουν την εποχή μας. Σύντομα στο περιοδικό Ατέχνως θα έχουμε μια, όσο γίνεται, καλύτερη κριτική παρουσίαση του έργου του. Ως τότε θα αρκεστούμε στην παράθεση ενός τραγουδιού και ενός ποιήματος του, αντίστοιχα. Μείνετε συντονισμένοι:

ΑΝΤΙΓΟΝΗ

Είσ' η πίκρα του πλήθους τ' ανώνυμου
πλαστική σημαιούλα και χιόνι μου
η σιωπή σου σταλιά δηλητήριο
σ' έναν κόσμο κλειστό κρατητήριο.
Αντιγόνη μου
έρωτα μου
φωτιά
στο σεντόνι μου.

Που να ζεις;
σε ποιό μύθο κουρνιάζεις;
μια θρησκεία αλλάζεις
αυτόματα
αμαρτίες σου τάζουν
και το δρόμο που φράζουν
ξένα στόματα.

Ήσουν γέλιο του πλήθους τ' αδύναμου
μια γωνιά ζεστασιάς στην Αθήνα μου
το φιλί σου χαράς διαβατήριο
σ' ένα κόσμον γεμάτο μυστήριο.
Αντιγόνη μου
έρωτα μου
φωτιά
στο σεντόνι μου. 


(δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Δίφωνο) 


ΕΠΟΧΗ 

Εποχή εκπτώσεων
εκτρώσεων
μυήσεων•
εποχή κυήσεων.

Η φύση κείται
μα εκδικείται.

Εποχή καμίνου
υψικαμίνου
Βαστίλλης•
εποχή της ύλης. 


(Καταφύγιο, εκδ. Αίνος, Αθήνα 1991)

Η ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη – Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας, του Δημήτρη Δαμασκηνού



Ένα δοκίμιο-μελέτη για τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη σε λίγες μέρες από τις Εκδόσεις Ραδάμανθυς
Συγγραφέας: Δημήτρης Δαμασκηνός
Επιμέλεια: Χρήστος Τσαντής
Σχεδιασμός εξωφύλλου και μακέτα: Βασίλης Πιτσώνης-SCRIPTA


«Το βιβλίο του Δ. Δαμασκηνού, αποτέλεσμα χρόνιας ιστορικής και λογοτεχνικής έρευνας, περιγράφει τη ζωή και το έργο του Μενέλαου Λουντέμη: ο άνθρωπος, ο δημιουργός, ο φιλόσοφος, ο πολιτικός, ο δεσμώτης, ο πρόσφυγας. Η διαδρομή του, ένα  ταξίδι πάνω από την άβυσσο, γίνεται ο καμβάς όπου πάνω του αποτυπώθηκαν οι εικόνες μεγαλείου, αλλά και τραγωδίας, ενός ολόκληρου λαού».
«Μια φορά, σ’ ένα απ’ τα απρόσμενα πετάγματά του (ενν. του Νίκου Καζαντζάκη) από την Αίγινα, του διηγήθηκα σε πόσο φοβερή αμηχανία μ’ έφερε μια γραία Κρητικιά. Ρώτησε μπροστά μου το γιο της «ίντα δουλειά κάνει ετούτο το κοπέλι;»
Κι ο γιος της τα χρειάστηκε.
    -Μα ήτανε κουζουλός, ρώτησε ο Καζαντζάκης; Έπρεπε να της πει καθαρά το επάγγελμά σου.
    -Της τόπε. Μα δεν κατάλαβε.
    -Θα της είπε φαίνεται «Συγγραφέας» ε; Πώς να καταλάβει μωρέ;
    -Και τι έπρεπε να της πει;
    -Το επάγγελμά σου. Παραμυθάς!».

(Μενέλαος Λουντέμης, Ο ΛΥΡΑΡΗΣ (Μ. Μαλακάσης), εκδόσεις Δωρικός, έκδοση 4η, Αθήνα 1977, σελ. 248-249).

 
Ο Δημήτρης Δαμασκηνός γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1966.
Είναι απόφοιτος του Ιστορικού-Αρχαιολογικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ). Υπήρξε μέλος της σύνταξης του περιοδικού Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης (2003-2007), ενώ το 2005-2007 ήταν μέλος του Δ.Σ. του Κέντρου Μελέτης και Τεκμηρίωσης (ΚΕ.ΜΕ.ΤΕ.) της Ο.Λ.Μ.Ε. Είναι μέλος της εθελοντικής συλλογικότητας Οι Φίλοι των Γραμμάτων και των Τεχνών, με έδρα τα Χανιά. Άρθρα του φιλοξενούνται συχνά σε εφημερίδες, σε λογοτεχνικά και επιστημονικά περιοδικά, αλλά και στο διαδίκτυο. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
Άλλα βιβλία του Δημήτρη Δαμασκηνού είναι:
-Το γλωσσικό ζήτημα κατά την περίοδο της πνευματικής αναγέννησης του νέου ελληνισμού 1774-1821. Εκδόσεις επίκεντρο, 2008.
-Δημοσθένης: Η ζωή και το έργο του. Εκδόσεις Σαββάλας, 2006.
-Από τον Προμηθέα στο Σίσυφο. Η Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση στην Ελλάδα. Ιδιωτική έκδοση, 1987.


Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Το δικαίωμα στο ψωμί και στο τραγούδι

Το δικαίωμα στο ψωμί και το τραγούδι

Το ελατήριο της εποχής μας είναι πολύ πιο δυνατό από το ελατήριο του καθενός μας. Το σπείρωμα της ιστορίας θα ξετυλιχθεί ως την άκρη. Ας μην αντιταχτούμε σ' αυτό, ας το βοηθήσουμε με τις συνειδητές προσπάθειες της σκέψης και της θέλησης. Ας προετοιμάσουμε το μέλλον. Ας καταχτήσουμε για τον καθένα και για την καθεμιά, το δικαίωμα στο ψωμί και το δικαίωμα στο τραγούδι».





   Βρισκόμαστε στην εποχή ενός σκληρού και αδυσώπητου ταξικού πολέμου. Η αστική τάξη στο όνομα του πρωτογενούς πλεονάσματος και της ανάκαμψης προσπαθεί, χωρίς επιτυχία, να εφαρμόσει τα νέα αντεργατικά μέτρα που αν περάσουν στο σύνολό τους, θα ισοπεδώσουν την παραγωγική δύναμη της χώρας και του κόσμου ολόκληρου, καθώς η κρίση είναι διεθνής και καπιταλιστική αλλά και τις κοινωνικές δομές σε υγεία, παιδεία και πολιτισμό. Όμως η εργατική τάξη δηλώνει παρών και απαντά στις αντεργατικές προκλήσεις με συντονισμό των αντιστάσεων σε σχολεία, σχολές, νοσοκομεία, δημόσιες υπηρεσίες και στον ιδιωτικό τομέα. Ας μην το ξεχάσουμε ποτέ, οι εργάτες δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν από μια ταχτική που προσφέρει εξυπηρετήσεις για την ΕΕ του πολέμου και του ρατσισμού με αντάλλαγμα κάποιες οικονομικές διευκολύνσεις. Απέναντι σε όλα αυτά χρειάζεται να διεκδικήσουμε μια συνολική πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική αλλαγή, αντικαπιταλιστική και όχι απλά αντινεοφιλελεύθερη, τη δημιουργία ενός διαφορετικού μέλλοντος για τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους και τη νεολαία.

   Ο πολιτισμός, η τέχνη και ο αθλητισμός που αποτελούν βασικά στοιχεία της ανθρώπινης έκφρασης και συστατικά στοιχεία των ανθρώπινων κοινωνιών δεν μπορούν να μείνουν εκτός αυτών των αλλαγών. Η συζήτηση πρέπει να ξεκινήσει από τώρα και να διεκδικήσουμε άμεσες αλλαγές μέσα από τη στήριξη κινηματικών και καλλιτεχνικών προσπαθειών από εργαζόμενους που δεν έχουν την υποστήριξη κάποιου χορηγού ή που δεν επιθυμούν ο πολιτισμός να γίνει εργαλείο στα χέρια της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Το μεγάλο δίλημμα είναι εάν θα αρκεστούμε στο να αποδεχτούμε τον ρόλο των απλών ανθρώπων ως καταναλωτών των διάφορων πολιτιστικών δρώμενων ή αν θα επιδιώξουμε να προσελκύσουμε τους εργαζόμενους (κυρίως νεολαία και παιδιά) σε μια δημιουργική ενασχόληση με τον πολιτισμό και τις τέχνες. Όσοι λογαριάζουμε τον εαυτό μας ή τις ομάδες μας σαν καλλιτέχνες κι όσοι θέλουμε την συνολική απελευθέρωση, πρέπει να στρατευτούμε σε αυτή την προσπάθεια. Καμία αναμονή, καμία προσαρμογή, καμία υποταγή. Όλοι στους δρόμους, στις σχολές, στις γειτονιές, στα εργοστάσια να ενισχύσουμε το δυνατό εργατικό κίνημα του τόπου μας που δεν σκύβει το κεφάλι και να χτίσουμε ένα δυνατό καλλιτεχνικό και βαθειά πολιτικό ρεύμα. Σε αυτή τη μάχη η ποίηση και η τέχνη, σαν άλλοτε, έχουν να προσφέρουν τα μέγιστα.



   Στα συγκεκριμένα τώρα, θα ήθελα να σημειώσω πως όλα και τα πάντα μπορούν να γίνουν τέχνη και ποίηση: ο χώρος, τα θέματα και τα ερεθίσματα είναι άφθoνα και πολυποίκιλα. Δεν πρέπει να έχουμε αυταπάτες, ποίηση παράγουμε όλοι οι άνθρωποι, ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Ακόμα και χωρίς να έχουμε συναίσθηση αυτής της διαδικασίας. Όταν ερωτευόμαστε, όταν πονάμε, όταν φοβόμαστε κι όταν διεκδικούμε να ζούμε αληθινά - άμεσα επηρεασμένοι βέβαια από το κοινωνικό/πολιτικό περιβάλλον, τις οικονομικές εξελίξεις και την κυρίαρχη ιδεολογία. Κάθε μικρή, ασήμαντη κατά τα φαινόμενα, καθημερινή πράξη μας είναι ποίηση. Ποίηση παράγει και το ίδιο το φυσικό περιβάλλον, ας μην το ξεχνάμε αυτό. Εμείς είμαστε ένα ποιητικό παράγωγο της φύσης. Στην πραγματικότητα ποίηση είναι η ίδια η ζωή. Άρα και κάτω από αυτό το πρίσμα, ναι, γιατί να αμφιβάλλει κανείς, τα πάντα είναι και μπορούν να γίνουν ποίηση∙ άρα κατά συνέπεια ο χώρος για να γίνει ποίηση είναι απεριόριστος. Απλώς, υπάρχουν και κάποιοι άνθρωποι που τολμούν να δώσουν μια πιο συγκεκριμένη μορφή σε αυτή τη διαδικασία (οι καλλιτέχνες, οι ποιητές, οι κινηματογραφιστές κ.ο.κ.) και να κάνουν τις επιλογές τους σχετικά με αυτή. Όμως, οι ποιητές δεν μπορούν, ακόμα κι αν το επιθυμούν, ούτε πρέπει να είναι ξεκομμένοι από αυτά που πραγματικά συμβαίνουν μέσα στην κοινωνία, είτε αφορά κοινωνικά, είτε ψυχολογικά, είτε αισθητικά ζητήματα. Οι ποιητές, οι καλλιτέχνες γενικότερα, σήμερα και από πάντα, ήταν ο καλός αγωγός της κοινωνικής και αισθητικής εμπειρίας. Δεν ήταν μάγοι, δεν ήταν ιερείς. Γι’ αυτό και πρέπει να είναι ανοιχτοί και στην κριτική. Φυσικά, πρέπει να διεκδικήσουν και να  διεκδικήσουμε τον χώρο που ανήκει στην ποίηση, που ανήκει στη ζωή. Περιορίζοντας το ένα, περιορίζεται και το άλλο. Αυτό δεν πρέπει να το επιτρέψουμε.

  Κατά συνέπεια, και σχετικά με το τι είναι ποίηση, μπορούμε τολμηρά και γενναία να πούμε ότι η ποίηση και τέχνη πρώτα απ’ όλα είναι δημιουργία, είναι έρωτας, είναι κατάθεση ψυχής. Είναι η πηγή της μνημοσύνης. Γράφουμε, διαβάζουμε και τραγουδάμε την ποίηση γιατί είναι μέσα στη φύση μας. Μέσα από την ποιητική διαδικασία, που ίσως είναι και η ανώτερη μορφή ανθρώπινης επικοινωνίας και διαλόγου, μπορούμε να χτίσουμε τις βάσεις για ένα νέο, διαφορετικό και όμορφο κόσμο! Γιατί περισσότερο απ’ όλα η ποίηση είναι η ίδια η ζωή, είναι βίωμα, είναι αντίσταση. Λένε διάφοροι δημιουργοί, τεχνοκριτικοί, ακόμα και ποιητές πως δεν υπάρχει ορισμός για την ποίηση. Θα απαντήσω πως όλα αυτές οι θεωρίες είναι απλώς γελοίες, σχεδόν μεταφυσικές. Φυσικά, ο σκοπός τους δεν είναι άλλος από το να δώσουν την εντύπωση πως η ποίηση είναι κάτι το ιερό, κάτι το απόκρυφο που μόνο οι μύστες μπορούν να ερμηνεύσουν τα σημάδια της. Αυτό μας οδηγεί με σίγουρο τρόπο να αναγνωρίσουμε ότι κάποιοι γνωρίζουν και φοβούνται τον απελευθερωτικό ρόλο που έχει η ποίηση και η τέχνη γενικότερα και γι’ αυτό σαμποτάρουν τη συγκεκριμένη διαδικασία. Ας είμαστε ξεκάθαροι όμως, όταν λέμε για ποίηση εννοούμε (ή πρέπει να εννοούμε) την ποίηση που οι απλοί άνθρωποι μπορούν ή πρέπει να δημιουργούν. Αυτού του είδους η ποίηση βρίσκεται στο στόχαστρο. Κι όχι η ποίηση και η λογοτεχνία των σαλονιών, με τα ηχηρά ονόματα, τις υπόγειες διασυνδέσεις, την σχέση με την εξουσία, με την διανόηση που συντάσσεται με τα μεγάλα, επιχειρηματικά συμφέροντα, που υπερασπίζεται και προάγει τον ρατσισμό και τις κοινωνικές ανισότητες.



   Η ποίηση και η τέχνη γενικότερα πρέπει να παίρνουν θέση, είτε αυτή η θέση είναι αφιερωμένη στην αντίληψη η τέχνη μόνο για την τέχνη και για τίποτα άλλο, είτε υπηρετεί αντιδραστικές θέσεις, είτε στρατεύεται στην υπεράσπιση μιας άδολης αισθητικής και φυσικά υπέρ της φτωχής και αδύναμης κοινωνικής πλειοψηφίας. Ναι, δεν είναι ντροπή, ούτε καν πρόβλημα να είσαι στρατευμένος, ακόμα και όταν δεν το συνειδητοποιείς – αν και η άγνοια πάντα κρύβει κινδύνους… Προσωπικά, δεν ξεχνώ  την χαρακτηριστική δήλωση του Πάμπλο Πικάσο ότι “η Τέχνη δεν είναι για διακόσμηση, η τέχνη πρέπει να είναι όπλο για μάχη”. Τα ποιήματα και οι καλλιτεχνικές δημιουργίες μας μπορούν και χρειάζεται να εκφράζουν ις ανάγκες και τις ανησυχίες των συνανθρώπων μας, της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Είναι αναγκαίο να λαμβάνουν ξεκάθαρη θέση απέναντι στα κοινωνικά προβλήματα και σε αυτούς που τα δημιούργησαν και να διεκδικούν παράλληλα μια διαφορετική, ελεύθερη και αληθινά δημοκρατική κοινωνία, χωρίς ιδεολογικά και κυρίως οικονομικά δεσμά, χωρίς ανισότητες. Να βρίσκονται πρέπει απέναντι στην εμπορευματοποιημένη τέχνη και στους μηχανισμούς ιδεολογικής μας καταστολής. Επίσης, το βίωμα, οι εμπειρίες και οι γνώσεις έχουν και πρέπει να έχουν τεράστιο ρόλο σε αυτά που γράφουμε – δεν γίνεται αλλιώς, χωρίς τον εαυτό μας και το κοινωνικό περιβάλλον που μας περιβάλλει όλα θα μοιάζουν μάταια και ανούσια, ακόμα κι όταν κάποιοι από εμάς θα παρουσιάζουν αντιδραστικές θέσεις και ιδέες. Πώς θα μπορούσαμε λοιπόν, οι σύγχρονοι προοδευτικοί καλλιτέχνες, με τις χίλιες αντιφάσεις και προβληματισμούς, να μην είμαστε στρατευμένοι, όταν και όσοι προσπαθούν να ελέγξουν τη ζωή μας, είναι στρατευμένοι στην υπεράσπιση των δικών τους συμφερόντων; Απλά πράγματα, σε αυτή την δύσκολη περίοδο που αντιμετωπίζουμε κανείς δεν μπορεί να μένει αδιάφορος. Αξίζει να είμαστε λίγο τολμηροί στη ζωή μας. Να παίρνουμε θέση. Να ανατρέπουμε τα καθιερωμένα, ακόμα και στη γλώσσα – όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό. Και να μην φοβόμαστε, έτσι; Ούτε καν τις λέξεις και τους ορισμούς, τους χαρακτηρισμένους με αρνητικό πρόσημο, όπως τον στρατευμένο καλλιτέχνη. Γιατί στρατευμένος καλλιτέχνης είναι ο μαχόμενος δημιουργός.

   Αλλά απαραίτητη συνθήκη για όλα τα παραπάνω είναι η ύπαρξη της συλλογικής, συνειδητοποιημένης δράσης – κανένας, ακόμα και εάν αποτελεί… μετενσάρκωση του Μαγιακόφσκι και του Βάρναλη, δεν μπορεί να πετύχει εκεί που η μαζικότητα, ο διάλογος και, γιατί όχι, η ιδεολογική σύγκρουση αναδεικνύουν τις υπέροχες δυνατότητες που κρύβει η ανθρώπινη κοινωνία και προσωπικότητα. Με λίγα λόγια, αυτό που θέλουμε να πούμε είναι ότι στην ποίηση και στην τέχνη χρειάζεται μια μαζική καλλιτεχνική ανασυγκρότηση μέσω της οποίας η νέα συνείδηση που αργά αλλά σταθερά οικοδομείται, να αποκτήσει εκείνα τα εργαλεία που θα είναι ικανά να οδηγήσουν σε ένα νέο τύπο Ανθρώπου. Σε αυτό το σημείο χρειάζεται να αξιοποιήσουμε όλες τις προσπάθειες που έχουν γίνει στο παρελθόν και προσπαθούν να προσφέρουν ή πρόσφεραν τουλάχιστον αξιόλογο καλλιτεχνικό προϊόν στους πολίτες όπως κάνουν οι διάφορες καλλιτεχνικές κολεκτίβες, θεατρικές ομάδες και πρωτοβουλίες, νέα μουσικά σχήματα κάθε είδους, λογοτέχνες, ποιητές και ιστορικοί. Παρόλα αυτά χωρίς σύνδεση με το ευρύτερο δημοκρατικό και εργατικό κίνημα που μπορεί να προστατεύσει αποτελεσματικά αυτές τις προσπάθειες από την διαρκώς αυξανόμενη κρατική καταστολή και παρέμβαση τότε κάθε προσπάθεια όσο ισχυρή και να είναι ή όσο και πρωτοποριακές δράσεις να παράγει τότε μοιραία θα οδηγείται στο κλείσιμο και στη λησμονιά. Μάλιστα, η σύνδεση με το ευρύτερο δημοκρατικό κίνημα, με τον αντιφασιστικό και αντιρατσιστικό αγώνα, με τις μάχες ενάντια στα κλεισίματα, τις απολύσεις και τις ιδιωτικοποιήσεις δεν είναι κάτι το αδύνατο ή κάτι που πρέπει να συζητάμε μόνο θεωρητικά∙ είναι ήδη πραγματικότητα σε κάθε μικρό ή μεγάλο αγώνα της περιόδου που φέρνει κοντά την καλλιτεχνική και ποιητική δημιουργία με την πολιτική αμφισβήτηση.




   Αλλά η ποίηση, η τέχνη από μόνες τους δεν μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο. Η εξέγερση, η σοσιαλιστική επανάσταση όμως μπορεί – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η τέχνη πρέπει να χάσει την αυτονομία της ή να γίνει απλό εργαλείο προπαγάνδας στα χέρια των σοσιαλιστών. Αντίθετα, πρέπει να είναι ελεύθερη, να κρίνει και να κρίνεται και να δημιουργεί έργα που θα βοηθήσουν τη νέα συνείδηση να φτάσει με όσο γίνεται  καλύτερο τρόπο στο να εκπληρώσει τα σχέδιά της. Φυσικά, η κοινωνική αυτή εξέγερση, πρέπει να επεκταθεί σε όλους τους τομείς χρειάζεται να αναπτύξει εκείνα τα αντικαπιταλιστικά, αντιφασιστικά και δημοκρατικά χαρακτηριστικά που θα αποτελέσουν βασικό παράγοντα αποσταθεροποίησης της κατεστημένης κοινωνικής πραγματικότητας. Το ζήτημα όμως που μπορούν να αντιμετωπίσουν τέτοιες προσπάθειες είναι ότι δεν υπάρχει προκαθορισμένη συνταγή και τρόπος για να αναπτυχθούν και να διαδοθούν στην κοινωνία με τον καλύτερο δυνατό τρόπο εφόσον η ιστορική εμπειρία, αν εξαιρέσει κανείς την εμπειρία και τα διδάγματα της μεγάλης Οκτωβριανής Επανάστασης, είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Ίσως το μεγαλύτερο παράδειγμα και μάθημα από εκείνη τη συγκλονιστική εποχή είναι ότι δεν πρέπει να υπάρχουν προκαθορισμένες συνταγές αλλά να αφεθεί ο κόσμος της δουλειάς να βρει μόνος του τους τρόπους και τις λύσεις που πιστεύει ότι μπορούν να βοηθήσουν στον αγώνα του. Αν και κάποιες βασικές αρχές επιβάλλεται να υπάρχουν από πριν όπως ο σεβασμός στην άποψη του άλλου που μπορεί μέσω μια δημοκρατικής αντιπαράθεσης να προσφέρει ουσιαστικά στον κοινό πολιτιστικό και κυρίως πολιτικό αγώνα. Βέβαια, όσο απαραίτητη και να είναι η εξέγερση στην κοινωνία, την τεχνολογία και τον πολιτισμό, αυτό είναι δύσκολο να γίνει με ειρηνικούς όρους την ίδια στιγμή που το επίσημο κράτος και το ναζιστικό δεκανίκι του χρησιμοποιούν ένοπλη βία και καταστολή με αποτέλεσμα αρκετούς θανάτους από την έναρξη της κρίσης μέχρι σήμερα. Άρα η απάντηση από την πλευρά μας δεν μπορεί να είναι άλλη από την βίαιη κατάληψη των μέσων παραγωγής αξιοποιώντας τα εργαλεία που έχουμε, την γενική πολιτική απεργία διαρκείας και τον εργατικό έλεγχο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον οι άνθρωποι της τέχνης και του πολιτισμού θα μπορέσουν να κινητοποιηθούν έτσι ώστε να εγκαθιδρύσουν από κοινού με τον εργαζόμενο λαό όχι μόνο το βασίλειο της δικής μας αναγκαιότητας αλλά και το βασίλειο της αληθινής δημοκρατίας που θα οδηγήσει στην ανάπτυξη αυτού του νέου τύπου Ανθρώπου που θα είναι ικανός να αποφασίζει για το μέλλον των παιδιών του και της κοινωνίας. Όμως για να φτάσουμε σε αυτό πρέπει να ξεκινήσουμε από σήμερα, ισοπεδώνοντας το στρατόπεδο του αντιπάλου και οργανώνοντας τις μάχες μας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Αλλιώς θα αντιμετωπίσουμε μια διαφορετικού τύπου εξέγερση όπου το «σκοτεινό πλήθος της Αβύσσου», όπως θα έγραφε κι ο Τζακ Λόντον, οι άνθρωποι χωρίς ελπίδα – θα καταστρέψουν κάθε προσπάθεια πολιτικής και πολιτιστικής ανασυγκρότησης ίσως και δίνοντας, ασυνείδητα πάντα, την ευκαιρία στην αστική τάξη να επιβάλλει τη θέληση της με καταστρεπτικά αποτελέσματα για την κοινωνία.

* Ο Ειρηναίος Μαράκης γεννήθηκε στα Χανιά το 1986. Συμμετέχει με ποιήματα του στα συλλογικά έργα “Μια εικόνα… χίλιες λέξεις (e-book)“ και “Τρενογραφίες“ (e-book)“ των εκδόσεων “τοβιβλίο.net“. ενώ ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορες λογοτεχνικές σελίδες. Άρθρα του για πολιτικά και πολιτιστικά ζητήματα δημοσιεύονται στην εφημερίδα Αγώνας της Κρήτης ενώ παρουσιάζει νέους ποιητές και διηγηματογράφους στο διαδικτυακό πολιτικό και πολιτιστικό περιοδικό Ατέχνως.

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Το Ποίημα της Εβδομάδας: Παραμονή Χριστουγέννων, Τάσος Λειβαδίτης

Snip20131225_15 

Παραμονή Χριστουγέννων

Παγωνιά
στον ουρανό ένα χρώμα βρώμικης φανέλλας
στεκόμαστε στη γραμμή
όρθιοι
κάποιος χνωτίζει τα νύχια του
κάποιος δαγκώνει τα δάχτυλά του
ένα παιδί με σπυριά δίπλα σου
δε μιλάει
κρυώνει
ένα χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα
κ’ εκείνο κρυώνει
καθώς μας πλευρίζουν τα καμιόνια
μια μυρουδιά μπενζίνας
οι πόρτες που ξανακλείνουνε
ο λοχαγός έχει δυο μάτια από κατράμι
η φωνή του μες απ’ τις μύτες του σηκωμένου γιακά
ένας – ένας
ακούει τ’ όνομά του
και βγαίνει
αντίο, αντίο
το χώμα τρίζει κάτω απ’ τις αρβύλες
κάποιος σηκώνει το χέρι του
τίποτ’ άλλο
το παιδί με τα σπυριά προχωράει
στη θέση του μένουν δυο χνάρια από αρβύλες
που σε λίγο θα σβήσει η βροχή
ένα χέρι γλυστράει το ρολόι του στην παλάμη σου
δε θα μου χρειαστεί, λέει – αντίο
το χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα
κρυώνει ακόμα.
Ξεκινάνε τα φορτηγά.
Είκοσι άνθρωποι κουβαριασμένοι μες σ’ ένα αντίσκηνο
δε μπορείς να σαλέψεις ούτε τη γλώσσα σου
μα είναι πολλά τα χέρια να μοιράσεις την πίκρα σου
πολλές οι ανάσες να ξεχνάς τη βροχή.
Έχει αρκετή θέση
για να πεθάνεις.
Θα κουβαλήσουμε κι απόψε το σακκί της νύχτας
θα κολλήσουμε τ’ αποτσίγαρο στη μύτη της αρβύλας μας
θ’ ακουμπήσουμε την καρδιά μας σε μια διπλανή καρδιά
όπως το βράδυ ακουμπάνε οι κουβέρτες και τα όνειρά μας.
Ελάτε λοιπόν
όλοι μαζί
να φυσήξουμε αυτό το μικρό καρβουνάκι στη χόβολη της ελπίδας
τώρα που η λάμπα μας έσβησε
που νυστάζει η σκοπιά
και το στρατόπεδο φόρεσε την κουρελιασμένη χλαίνη
της ομίχλης.
Μας ήρθε μ’ ένα χαμόγελο και μια τραμβαγέρικη πατατούκα.
Του κάναμε τόπο
άπλωσε μια λινάτσα, την έστρωσε καλά καλά
και μας κοίταξε.
Φυσούσε ένας αγέρας δυνατός απ’ το Νοτιά
και το μούτρο του ήταν βλογιοκομένο σαν ψιχαλισμένος δρόμος.
Ύστερα βράδιασε και βγάζοντας τα χέρια από τις τσέπες
μας έδωσε κάτι φτηνές μέντες
πασαλειμένες χνούδια και καπνό.
Τον πήραν νύχτα ξαφνικά και τον σκοτώσαν στο προαύλιο
η πατατούκα του πεταμένη πάνω στο χώμα
μα δάγκωνε σφιχτά στα δόντια το χαμόγελό του
μη του το πάρουν.
Μη με λες λοιπόν σύντροφο
έχω ένα σταχτί ουρανό μέσα μου
κρύβω στην τσέπη μου ένα όνειρο κουρελιασμένο
σφίγγω στα χέρια τ’ άγνωστο όνομά μου
σαν το παιδάκι που αγκαλιάζει ένα ξύλινο πόδι
ακουμπισμένο σε μια γωνιά.
Μη με λες λοιπόν σύντροφο.
Την ώρα που οι συντρόφοι μας πεθαίνουνε τραγουδώντας
την ώρα που εσύ ακονίζεις στο μίσος τη σκληρή σου παλάμη
εγώ σε προδίνω
καθώς μέσα στη νύχτα κρυώνω και φοβάμαι τη λησμονιά.
Το ξέρω, ένας σύντροφος πρέπει να ζήσει μιαν άλλη ζωή
και να πεθάνει απλά
όπως κανείς τραβάει την κουβέρτα ως τα μάτια του
κι αποκοιμιέται.
Μα όταν εγώ κι αυτούς εδώ τους στίχους τους γράφω
μήπως μιλήσουν για μένα – όχι, μη με λες σύντροφο.
Είμαι ένα τσαλακωμένο χαρτί που κόλλησε στην αρβύλα σου
καθώς
προχωράς.
Η ασετυλίνη που σφυρίζει στη γωνιά
ένα σπασμένο παράθυρο φιμωμένο με σκοτάδι.
Η σκεπή του μαγειρείου μπάζει νερά.
Βουίζει μες στις χαραμάδες ο άνεμος.
– Θωμά, πάρε τσιγάρο
και μη σκαλίζεις τα δόντια σου, Θωμά.
Μάταια ψάχνεις για ένα τριματάκι
απ’ το παλιό παιδικό χριστόψωμο.
Βουίζουνε τα φλόγιστρα του πετρελαίου. Ο Θωμάς
σφίγγει στα γόνατά του μια πατάτα
και καθαρίζει ήσυχα ήσυχα. Τ’ άλλο του χέρι είναι κομένο.
Κοιτάμε με την άκρη του ματιού το σκοπό που μπαίνει
μ’ ένα φύσημα παγωμένου αέρα. Το σαγώνι του
θα τρέμει πίσω απ’ το χακί κασκόλ.
Σηκώνεις το γιακά της χλαίνης σου. Χιονίζει.
Μια πλάκα φωνογράφου στο Διοικητήριο. Πιο μακριά
η σιωπή. Καλή νύχτα, καλά Χριστούγεννα.
Συλλογιέσαι τ’ άστρα πίσω απ’ την καταχνιά
σκέφτεσαι πως αύριο μπορεί να σε σκοτώσουν.
Μα απόψε αυτή η φωνή είναι μια τσέπη μάλλινη
χώσε τα χέρια σου.
– Καληνύχτα, Θωμά, καλά Χριστούγεννα.
Κ’ η καρδιά σου φωτίζεται σαν χριστουγεννιάτικο τζάμι.

                                                                          Μακρόνησος 1950

2η ποιητική βραδιά στο Τρίπορτο



Επειδή οι ποιητές ξεχειλίζουν το Τρίπορτο κάθε δεύτερη Τετάρτη και επειδή τις Τετάρτες, που δεν έχουμε ποιητική αγρυπνία, μας αναζητούν και δεν μας βρίσκουν, κάθε Τετάρτη, που δεν υπάρχει ποιητική αγρυπνία θα έχουμε ποιητική βραδιά χωρίς τιμώμενους, που θα διαβάζει όποιος θέλει, ό,τι θέλει ή ό,τι δεν θέλει! Αυτήν την Τετάρτη 11/01/2017 θα έχουμε την δεύτερη ποιητική μας βραδιά στο Τρίπορτο στην συμβολή των οδών Αρτεμισίου και Παραμυθίας στον Κεραμεικό, Ώρα 21:00 μέχρι όσο αντέξουμε! Σας περιμένουμε.


Βιβλίο: Η καρό βαλίτσα, Μαρία Ουζούνη


Μαρία Ουζούνη
Η καρό βαλίτσα
Σχήμα: 14Χ20,5 • Σελίδες: 256 • Τιμή: 11 ευρώ • ISBN 978-960-9797-58-0
Έβαλε το κλειδί στην πόρτα και αυτό δεν γύρισε. Την έσπρωξε και άνοιξε με ένα ελαφρύ τρίξιμο. Σίγουρα κάτι δεν πήγαινε καλά. Να την ξέχασε ανοιχτή; Μπήκε προσεχτικά μέσα στον διάδρομο και, πριν ακόμη την κλείσει, άκουσε μια διόλου φιλική φωνή. 
«Γεια σου, Βασίλη».
Στην πόρτα είδε έναν άντρα, συνομήλικό του. Η καρδιά του πήγε να σπάσει από την τρομάρα, άχνα δεν βγήκε από το στόμα του. Όμως τόσα είχε περάσει στη ζωή του, γιατί να φοβηθεί τώρα; Με τη σκέψη αυτή συνήλθε από την έκπληξη.
«Ποιος είσαι και πώς μπαίνεις σε ξένα σπίτια;»

Ένα έγκλημα κατά τη διάρκεια μιας διονυσιακής γιορτής στη σύγχρονη Ελλάδα και μια ιστορία που έρχεται από πολύ μακριά. Η Αντίσταση, οι νικητές που έγιναν οι χαμένοι του Εμφυλίου, η Βραζιλία των μεταναστών και ένας ανήσυχος δημοσιογράφος μπλέκονται αριστοτεχνικά σε ένα μυθιστόρημα που καθηλώνει τον αναγνώστη τόσο με την πλοκή του όσο και με την ατμόσφαιρά του.
Η Μαρία Ουζούνη γεννήθηκε στη Μικρόπολη Δράμας κι εκεί έζησε ώς τη στιγμή που μπήκε στο Πανεπιστήμιο Πατρών.
Σήμερα ζει στη Δυτική Αθήνα, αφού πέρασε από Πάτρα, Ακαδημία Πλάτωνος, Μενίδι, Αίγινα και Βραζιλία.
Εργάζεται στη δημόσια εκπαίδευση τα τελευταία 18 χρόνια. Έχει γράψει παιδικά παραμύθια, έχει κάνει μεταφράσεις και έχει συμμετάσχει στην ερευνητική εργασία για τη μετανάστευση και στην έκδοση του βιβλίου Guardioes da memoria της
Βασιλικής Κωνσταντινίδου, στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας.
Το πρώτο βιβλίο της Αγία Πετρούπολη – Κάτω Πατήσια (2012) κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις των Συναδέλφων.